του Δημήτρη Παπανικολόπουλου
Το πρόσφατο συνέδριο της Νέας Αριστεράς έχει σχολιαστεί αρκετά, και εκτός των τειχών της. Εγώ θα ήθελα να αναφερθώ σε μια σειρά από ζητήματα που, αν και αποτελούν ελέφαντες στο δωμάτιο, δεν έχουν απασχολήσει όσο θα έπρεπε τον κόσμο της. Με την επιθυμία να βοηθήσω σε έναν συλλογικό αναστοχασμό, ξεκινώ.
Το συνέδριο, τόσο σε επίπεδο ανθρωπογεωγραφίας όσο και ρητορικής/ιδεών, παρέπεμπε σε έναν μικρόκοσμο, που δεν συνειδητοποιεί το μέγεθός του ούτε και τις αιτίες αυτού του μικρού μεγέθους, σε μια «Αριστερά του μεταξύ μας» κατά την εύστοχη παρατήρηση του Γ. Μοσχονά. Τη συζήτηση, όπως γνωρίζετε, μονοπώλησε η διαφωνία για τις συμμαχίες, παρόλο που έγινε εμφανές ότι κανένας υποψήφιος σύμμαχος δεν έχει βρεθεί ούτε από την Αριστερά ούτε από την Κεντροαριστερά.
Ο χρόνος γέμισε με την ταυτοτική ανησυχία, με την αγωνία να αποκατασταθεί η ιστορική συνέχεια ενός χώρου ύστερα από τη μνημονιακή περιπέτεια. Επιστρατεύτηκαν όλοι οι μνημονικοί τόποι και οι τελετουργικές αναφορές. Η αδυναμία να ενσωματωθεί η μνημονιακή περιπέτεια στην ιστορία του χώρου ήταν παραπάνω από εμφανής. Η επιθυμία για επιστροφή σε μια εποχή που κανείς δεν περίμενε από μας τίποτα, σε μια εποχή πιο απλή και πιο σταθερή, σε μια εποχή αθωότητας γέμιζε την ατμόσφαιρα. Από αυτή την άποψη, η Νέα Αριστερά μετέχει στο κλίμα «ρετροτοπίας» που κυριαρχεί στις μέρες μας. Η απάντηση στον «σιδερένιο νόμο της ολιγαρχίας» –τον συνακόλουθο εκφυλισμό του στελεχικού δυναμικού του ΣΥΡΙΖΑ και την απόσπαση του Α. Τσίπρα από τους ελέγχους του χώρου που τον ανέδειξε– φαινόταν να οδηγεί την πλειοψηφία του συνεδρίου στην αγκαλιά του «σιδερένιου νόμου της πρωτοπορίας», όπου μια αποφασισμένη μειοψηφία με ιδεολογική καθαρότητα μπορεί να τα καταφέρει καλύτερα. Η συναισθηματική δυσκολία χειρισμού ενός πολύπλοκου πεδίου πολιτικής διακινδύνευσης όπου ο πολιτικός μας χώρος οφείλει να ανοιχτεί στην κοινωνική ενδοχώρα και να συνομιλεί με διαφορετικούς πολιτικούς χώρους αυξάνει την απροσδιοριστία και μας εκθέτει στην πιθανότητα λανθασμένων επιλογών –και είναι κάτι που θα προτιμούσαμε να αποφύγουμε όσο και αν η «ηθική της πεποίθησης» συγκρούεται μέσα μας με την «ηθική της ευθύνης», για να δανειστώ του όρους του Μαξ Βέμπερ. (Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόδειξη από το διαζύγιο του χώρου με τον Α. Τσίπρα από το γεγονός ότι αυτός μιλάει πλέον για «ευθύνη» και μεις για πεποιθήσεις).
Τα επιχειρήματα που επιστρατεύτηκαν ενάντια στο Λαϊκό Μέτωπο είναι διάτρητα. Το Λαϊκό Μέτωπο, που συμπήχθηκε διεθνώς ύστερα από την απόφαση της Κομμουνιστικής Διεθνούς να συμμαχήσουν οι κομμουνιστές με αστικά στρώματα εντός των χωρών και αστικά κράτη σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, θεωρείται ότι δεν απέδωσε, αν και αποτέλεσε την πολιτική βάση της συμμαχίας που νίκησε τον φασισμό/ναζισμό στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο (το Λαϊκό Μέτωπο δεν αφορούσε δηλαδή μόνο τοπικές κοινωνικο-πολιτικές συμμαχίες στη Γαλλία και την Ισπανία του 1936, ήταν διεθνής στρατηγική που έληξε με την ήττα του παγκόσμιου φασισμού). Οι συμμαχίες με άλλους χώρους θεωρείται ότι μπορούν να γίνουν χωρίς συμβιβασμούς, με μάξιμουμ πρόγραμμα, αν και όλοι/ες ξέρουμε ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ διότι αντιφάσκει στην ίδια την έννοια της συμμαχίας/συνεργασίας. Η εστίαση σε χώρες όπου η Κεντροαριστερά έχασε έδαφος λόγω της διαχειριστικής της εμμονής απέκρυψε τις αντίθετες περιπτώσεις, αυτές της Ιβηρικής, που είναι και οι χώρες που λόγω παρόμοιων κοινωνιολογικών και ιστορικών δεδομένων προσφέρονται εδώ και μισόν αιώνα για εύλογες και εύστοχες συγκρίσεις, και όπου η Αριστερά στήριξε μια αριστερόστροφη Κεντροαριστερά με θετικά για την κοινωνία αποτελέσματα.
Βέβαια, όλα αυτά δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία, γιατί α) αν το εγχείρημα Τσίπρα δεν αποκτήσει δυναμική, το επίδικο της διαφωνίας δεν θα υφίσταται, β) αν αποκτήσει δυναμική, οι ψηφοφόροι της Νέας Αριστεράς στην πλειοψηφία τους θα το στηρίξουν ανεξάρτητα από συνεδριακές αποφάσεις, γ) η Νέα Αριστερά μπορεί να επωφεληθεί απλώς και μόνο επειδή αποτελεί έναν φυσικό χώρο υποδοχής απογοητευμένων ψηφοφόρων του πάλαι ποτέ κραταιού συριζαϊκού χώρου, ανεξάρτητα από τη συμμαχική της πολιτική. Γι’ αυτό και η απόφαση που ουσιαστικά επαναλαμβάνει το «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού» δεν έχει μόνο προβλήματα, έχει και αρετές. Για παράδειγμα, στον καιρό της επιτάχυνσης και του παροντισμού μπορεί να θεωρηθεί ως αντίσταση, ως άγκυρα. Όπως άλλωστε μπορεί να θεωρηθεί η Νέα Αριστερά «σοβαρός» χώρος σε μια εποχή ευτελισμού και προσωπικών φιλοδοξιών αποσπασμένων από τα κοινωνικά αιτήματα. Σε κάθε περίπτωση, η ικανότητα του χώρου να συνθέτει, να αντέχει τη συνθήκη του Δύο έναντι της ψυχαναλυτικά αδιέξοδης επιστροφής στο Ένα, το αδιαίρετο και μοναδικό, είναι που θα ξεχωρίσει αυτό το κόμμα, που δεν είναι «νέα» Αριστερά –το αντίθετο είναι, και με πολύ εμφανή τρόπο– αλλά προς το παρόν αντιστέκεται στη βασική παθογένεια της Αριστεράς, την κουλτούρα των διασπάσεων. Κι έπειτα, σε μια ενδεχόμενη διάσπαση, ενώ η μειοψηφία θα ενσωματωνόταν στο εγχείρημα Τσίπρα, η πλειοψηφία θα εξαφανιζόταν καθώς λόγω μέσου όρου ηλικίας των στελεχών δεν θα μπορούσε να προσελκύσει κανέναν.
Τέλος, αφού το συνέδριο ασχολήθηκε με τα παραπάνω, δεν έμεινε χώρος και χρόνος να συζητηθεί πώς θα μπορούσε η Νέα Αριστερά να ξεκολλήσει προγραμματικά από τον παραδοσιακό κεϋνσιανισμό και αντι-νεοφιλελευθερισμό. Αντιθέτως, κατέστη σαφές ότι υφίστανται προγραμματικές διαφωνίες που ακόμα και τις κινηματικές συμμαχίες εμποδίζουν. Συγκεκριμένα, ακούστηκαν απόψεις κατά των ΑΠΕ, υπέρ του φυσικού αερίου, κατά της αποανάπτυξης, που μάλλον δυσχεραίνουν τις σχέσεις του κόμματος με τον χώρο της Πολιτικής Οικολογίας. Ομοίως, επανήλθε επιθετικά ο δευτεροκυματικός φεμινιστικός λόγος που συγκρούστηκε πρόσφατα με το σύγχρονο –τριτοκυματικό– φεμινιστικό κίνημα για το θέμα των τρανς γυναικών.
ΥΓ. Καμιά αναφορά στα προβλήματα επικοινωνίας του προγράμματος, κάτι που καθιστά όλη την προγραμματική δουλειά σχεδόν ως μη γενόμενη για τους εκτός των τειχών.
https://epohi.gr/articles/synedrio-neas-aristeras-ena-domatio-gemato-elefantes/





Leave a Reply