Σημειώσεις λελογισμένης υπεροψίας

Χωρίς κατηγορία

Πώς γεννιούνται τα προσωποπαγή κόμματα σήμερα;

του Βασίλη Γλέζου

Ο Ούλριχ Μπεκ, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, περιέγραψε μια ιστορική μετάβαση που ακόμη δεν έχουμε πλήρως συνειδητοποιήσει. Οι σύγχρονες κοινωνίες, υποστήριζε, παύουν να οργανώνονται γύρω από την παραγωγή και την αναδιανομή του πλούτου και συγκροτούνται πλέον γύρω από την παραγωγή και τη διαχείριση κινδύνων. Κινδύνων που δεν προέρχονται κυρίως από τη φύση, αλλά παράγονται από τον ίδιο τον άνθρωπο: τεχνολογικών, περιβαλλοντικών, υγειονομικών, γεωπολιτικών. Σε αυτή τη συνθήκη, η πολιτική μετατοπίζεται από τη σύγκρουση συμφερόντων στη διαχείριση φόβων.

Αν σκεφτούμε το πολιτικό σύστημα ως ένα κάστρο, στο εσωτερικό του οποίου βρίσκονται οι πολιτικοί παίχτες, στην εσωτερική πλευρά των τειχών όσοι προσπαθούν να το υπερασπιστούν, στην εξωτερική πλευρά όσοι επιχειρούν να εισέλθουν και, πιο μακριά, όσοι παραμένουν αδιάφοροι, τότε μπορούμε ίσως να κατανοήσουμε καλύτερα τη σημερινή πολιτική κατάσταση. Το σχήμα αυτό δεν λειτουργεί απλώς ως μέτρηση πολιτικής συμμετοχής, αλλά ως χαρτογράφηση πολιτικής αυτοαντίληψης. Πού αισθάνεται ο πολίτης ότι βρίσκεται; Μέσα στο κάστρο και αποφασίζει; Στα τείχη και αμύνεται; Έξω και προσπαθεί να μπει; Ή εκτός, παντελώς αδιάφορος;

Αν συνδυάσουμε αυτή την εικόνα με την ιδέα ότι η πολιτική μοιάζει με θεατρική σκηνή, όπου το φως ανάβει επιλεκτικά και φωτίζει τους παίχτες ανάλογα με τη δυναμική της στιγμής, τότε γίνεται σαφές ότι η σημερινή πολιτική κρίση δεν αφορά μόνο τις ιδέες ή τα προγράμματα, αλλά πρωτίστως τη σκηνοθεσία του πολιτικού.

Στην κοινωνία της διακινδύνευσης, το φως της σκηνής δεν πέφτει πια σε συλλογικά υποκείμενα, κόμματα ή κοινωνικές τάξεις. Πέφτει σε πρόσωπα. Ο λόγος είναι απλός: ο κίνδυνος βιώνεται ατομικά, ακόμη κι όταν είναι αντικειμενικά συλλογικός. Ο φόβος δεν οργανώνεται εύκολα σε πρόγραμμα· αναζητά φορέα, φωνή, πρόσωπο. Έναν ηθοποιό που να υπόσχεται έλεγχο, νόημα και κατεύθυνση – έστω και προσωρινά.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και το δομικό πρόβλημα της σύγχρονης Αριστεράς. Η Αριστερά ηττάται όχι μόνο εκλογικά αλλά, κυρίως, ερμηνευτικά, καθώς αδυνατεί να αναγνωρίσει και να αρθρώσει τον φόβο όσων βρίσκονται εκτός των τειχών. Η σχέση της με την εργατική τάξη έχει πάψει προ πολλού να είναι οργανική· δεν συγκροτείται μέσα από κοινές εμπειρίες, πρακτικές και συγκρούσεις, αλλά αντιμετωπίζεται συχνά ως αφηρημένη κατηγορία, ως υπόθεση εργασίας ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος. Αυτή η αποσύνδεση παράγει πολιτική αδράνεια, εσωτερίκευση της ήττας και μια διαρκή, σχεδόν μελαγχολική, προσπάθεια «να σωθεί ό,τι σώζεται», με την ελπίδα ότι κάποια μελλοντική συγκυρία θα επιτρέψει την ανασυγκρότηση. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι αυτή η διαδικασία απαιτεί χρόνο, που δεν υπάρχει σε μια κοινωνία φοβισμένη, επισφαλή και βαθιά απογοητευμένη από τους θεσμούς και το κράτος.

Σε αυτό το κενό αναδύονται τα προσωποπαγή πολιτικά μορφώματα. Όχι ως ανωμαλία, αλλά ως κανονικότητα της νέας συνθήκης. Ο Τσίπρας, ο Βαρουφάκης, η Κωνσταντοπούλου, ο Κασσελάκης –και ενδεχομένως μορφές που ακόμη διαμορφώνονται όπως η Καρυστιανού– λειτουργούν ως διαφορετικές απαντήσεις στο ίδιο υπαρξιακό πολιτικό ερώτημα: ποιος μπορεί να μιλήσει εκ μέρους εκείνων που νιώθουν ότι βρίσκονται έξω από το κάστρο;

Ο Τσίπρας ενσάρκωσε την υπόσχεση της εισόδου: την αίσθηση ότι οι «εκτός» μπορούν να μπουν μέσα και να κυβερνήσουν. Ο Βαρουφάκης εμφανίζεται ως ο παίχτης των τειχών: τεχνοκρατικός και συγκρουσιακός, σε διαρκή ρήξη με τη λογική του κάστρου, αλλά πάντοτε σε διάλογο μαζί της. Η Κωνσταντοπούλου εκφράζει τη μόνιμη πολιορκία, την άρνηση της νομιμοποίησης του ίδιου του κάστρου. Ο Κασσελάκης, τέλος, προβάλλεται ως ο «εσωτερικός ξένος»: κάποιος που υπόσχεται ότι μπορεί να κινηθεί εντός χωρίς να ανήκει πραγματικά στους παλιούς ενοίκους.

Το κοινό τους στοιχείο δεν είναι η ιδεολογία, αλλά η θεατρική τους λειτουργία. Σε μια κοινωνία όπου ο φόβος έχει αντικαταστήσει την ελπίδα ως κινητήρια δύναμη, το φως της πολιτικής σκηνής πέφτει αναπόφευκτα σε πρόσωπα που υπόσχονται άμεσο νόημα και έναν στοιχειώδη έλεγχο του κινδύνου.

Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν αυτά τα μορφώματα θα συνεχίσουν να εμφανίζονται – αυτό είναι σχεδόν βέβαιο. Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν κάποια στιγμή θα αλλάξει η σκηνοθεσία: αν ο φόβος θα μπορέσει ξανά να μετατραπεί σε συλλογικό πολιτικό λόγο και όχι σε ατομική προσδοκία σωτηρίας. Μέχρι τότε, το κάστρο θα παραμένει φωτισμένο επιλεκτικά – και οι θεατές ανήσυχοι, έξω από τα τείχη.

Και ίσως το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι οι άνθρωποι αισθάνονται έξω από το κάστρο, αλλά ότι αρχίζουν να αμφιβάλλουν αν αξίζει καν να μπουν. Όπως θα έλεγε ο Ούλριχ Μπεκ, σε μια κοινωνία της διακινδύνευσης ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι η ίδια η απειλή, αλλά η απώλεια της ικανότητας των κοινωνιών να τη νοηματοδοτούν συλλογικά. Όταν η πολιτική παύει να υπόσχεται κοινό έλεγχο του κινδύνου και περιορίζεται στη διαχείριση φόβου μέσω προσώπων, η δημοκρατία μετατρέπεται σε θέαμα επιβίωσης. Σε αυτή τη σκηνή, οι προσωποπαγείς μορφές δεν είναι οι πρωταγωνιστές του προβλήματος, αλλά το σύμπτωμά του. Το ερώτημα που απομένει δεν είναι ποιος θα είναι ο επόμενος που θα φωτιστεί από τους προβολείς, αλλά αν η κοινωνία θα βρει ξανά τον τρόπο να ανάψει το φως μόνη της – πριν το κάστρο μείνει όρθιο, άδειο και αδιάφορο για όσους στέκονται απ’ έξω.

https://epohi.gr/articles/pos-gennioyntai-ta-prosopopagi-kommata-simera/

Leave a Reply