Σημειώσεις λελογισμένης υπεροψίας

Χωρίς κατηγορία

Από την κατασκευή συναίνεσης στις νέες μορφές χειραγώγησης

Η σαφής τάση των οικονομικών ελίτ για την άμεση και αδιαμεσολάβητη διαχείριση και της πολιτικής/κυβερνητικής εξουσίας δεν αποτελεί μόνο ένδειξη της ασυμβατότητας δημοκρατίας και καπιταλισμού αλλά και την πλήρη αδιαφορία ακόμα και για τις τυπικές θεσμικές δημοκρατικές διαδικασίες.

Αντώνης Βασιλείου, Γιάννος Θανασέκος, Ρενέ Κάμμερ, Ιωσήφ Σινιγάλιας, Μιχάλης Σπουρδαλάκης*

Στο προηγούμενο άρθρο («Εφ.Συν.», 27.6.25) προσπαθήσαμε να διατυπώσουμε, εν μέσω συγκρούσεων και εμπόλεμων καταστάσεων, μια κομβική ιστορική τομή που παρουσιάζουν σήμερα οι πολιτικές λειτουργίες και οι δομές των κοινωνικών σχηματισμών του σύγχρονου καπιταλισμού. Τομή που συντελείται από έναν εσμό διαδικασιών και που οδηγεί από την ισχύ του Δικαίου στο Δίκαιο της απόλυτης ισχύος.

Πράγματι, σχηματικά θα λέγαμε ότι από το δεύτερο ήμισυ του 19ου αι. έως την τελευταία εικοσαετία του 20ού αι. το Δίκαιο ήταν αποτέλεσμα θεσμών και διευθετήσεων, που ιστορικά παρήγε κάθε φορά η κοινωνική αντιπαράθεση κυρίαρχων και υποτελών κοινωνικών τάξεων. Οι θεσμοί της φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, σε συνδυασμό με τους θεσμούς κοινωνικής εκπροσώπησης, που συγκροτήθηκαν μέσα από αγώνες, κυρίως του εργατικού κινήματος, κατάφερναν, σε έναν βαθμό, και να αντιμετωπίζουν τις κρίσεις αναπαραγωγής των δεδομένων κοινωνικοπολιτικών σχέσεων και να διασφαλίζουν τη συστημική ένταξη των λαϊκών τάξεων. Μάλιστα η διευθέτηση αυτή δεν έμεινε μόνο στο πλαίσιο του κράτους-έθνους, αφού οδήγησε στην ίδρυση διεθνών οργανισμών και υπερεθνικών θεσμών, που διασφάλιζαν τις συνεχείς ανάγκες της κεφαλαιακής συσσώρευσης, ρυθμίζοντας τις εντάσεις, τις αντιφάσεις και τους ανταγωνισμούς που παρήγαν ο νέος διεθνής καταμερισμός εργασίας και οι σχετικές διαδικασίες «παγκοσμιοποίησης».

Σε αυτή τη συνθήκη, τα όρια του εφικτού των λαϊκών διεκδικήσεων καθορίζονταν πάντα από τους κοινωνικοπολιτικούς αγώνες και συσχετισμούς και όριζαν τα όρια της κυριαρχίας του μπλοκ εξουσίας. Ωστόσο, ουδέποτε αμφισβητήθηκε ουσιαστικά η δεδομένη ηγεμονία, παρά το γεγονός ότι σημαντικά γεγονότα έδωσαν την εντύπωση για το αντίθετο (λ.χ. Μάης ’68, Αραβική Ανοιξη κ.ά.).

Ομως δεν πρέπει να θεωρηθεί, όπως συνήθως υπονοεί ο σοσιαλδημοκρατικός ρομαντισμός, ότι η παραπάνω διευθέτηση ήταν μια εύκολη και ανέφελη διαδικασία. Καμιά διαδικασία που αναπαράγει και επεκτείνει πολλαπλές ανισότητες δεν μπορεί να διασφαλίζει «σε πρώτο χρόνο» τη νομιμοποιούσα συναίνεση. Ετσι, οι παραπάνω διευθετήσεις συνοδεύτηκαν από διαδικασίες «κατασκευής της συναίνεσης».

Αυτή η ανάγκη ανέδειξε την επικοινωνία σε θεμελιώδη προϋπόθεση της αποτελεσματικής λειτουργίας της φιλελεύθερης δημοκρατίας και σημαντικό παράγοντα κατασκευής της συναίνεσης. Η κατά Τσόμσκι «κατασκευή» της συναίνεσης στηριζόταν στην περαιτέρω ιδιωτικοποίηση των ΜΜΕ, στην κατάργηση του πλουραλισμού στην πληροφόρηση, στην απαξίωση της όποιας κριτικής και τη συνεχή ανάδειξη εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών, τη χρήση της διαφήμισης για την παραγωγή πολιτιστικών και αισθητικών αξιών. Η «κατασκευή» αυτή είχε θεμέλιο το «εθνικό συμφέρον», που συνέβαλε αποφασιστικά στην παραγωγή αφηγήσεων για «εθνική» οικονομία, χωρίς δομικές ανισότητες και κοινωνία χωρίς ανταγωνιστικές διαστρωματώσεις.

Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες μια σειρά σημαντικοί μετασχηματισμοί φαίνεται ότι υπονομεύουν δραματικά ακόμα και τις παραπάνω προσημειωμένες διαδικασίες διασφάλισης της πολύτιμης συναίνεσης. Οι μετασχηματισμοί αυτοί υπογραμμίζουν την πρωτόγνωρη ισχύ των δυνάμεων της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης, που παρά τους εγγενείς ανταγωνισμούς τους συγκλίνουν σε θεσμικές, νομικές, λειτουργικές πρακτικές που όχι μόνο υπονομεύουν τα όποια κεκτημένα των φιλελεύθερων αντιπροσωπευτικών δημοκρατιών αλλά παρακάμπτουν τη βασική διάκριση ανάμεσα στην οικονομία και την πολιτική που αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της νεωτερικότητας. Αυτό ίσως είναι και ο λόγος που κάποιοι τείνουν ίσως αδόκιμα να χαρακτηρίζουν την εξέλιξη αυτή ως «νεοφεουδαρχία».

Η σαφής τάση των οικονομικών ελίτ για την άμεση και αδιαμεσολάβητη διαχείριση και της πολιτικής/κυβερνητικής εξουσίας δεν αποτελεί μόνο ένδειξη της ασυμβατότητας δημοκρατίας και καπιταλισμού αλλά και την πλήρη αδιαφορία ακόμα και για τις τυπικές θεσμικές δημοκρατικές διαδικασίες. Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή φαίνεται να οδηγεί, πέρα από τις διαδικασίες της «κατασκευής συναίνεσης», και σε νέες μορφές χειραγώγησης, που στο όριο δημιουργούν ένα πλαίσιο καθυπόταξης όχι μόνο των υποκείμενων τάξεων αλλά και του συνόλου της κοινωνικής δυναμικής.

Η οικονομικο-πολιτική ελίτ, αντιμέτωπη με τις συνέπειες της συστημικής πολυκρίσης σε εθνικό, περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο, δεν καταφεύγει μόνο στη στρατιωτικοποίηση της οικονομίας αλλά και στην επιβολή της γεωπολιτικής αναδιάταξης και της κατανομής των πόρων, μέσω της στρατιωτικής ισχύος. Στο πλαίσιο αυτό η πρακτική διασφάλισης της συναίνεσης της προηγούμενης περιόδου μετασχηματίζεται σε χειραγώγηση, η οποία ομοιάζει περισσότερο με «εθελοδουλία» παρά με απλώς ελεγχόμενη συναίνεση. Σε αυτή τη συνθήκη, μόνο υπερβολή δεν είναι ότι ο «νεοφιλελευθερισμός, ο καπιταλισμός της εποχής μας», «επιχειρεί μια ανθρωπολογική αλλαγή, να παραγάγει έναν νέο τύπο ανθρώπου κατ’ εικόνα και ομοίωση της δικής του αντίληψης» (Η. Ιωακείμογλου «Εφ.Συν.», 28.7.25).

Η «επιτυχία» αυτή της κοινωνικοπολιτικής ελίτ στηρίζεται εν πολλοίς στις παρακάτω πρακτικές:

α) Στην επιβολή μιας Σμιτιανής λογικής για την πολιτική (Carl Smidt 1888-1985, Γερμανός πολιτειολόγος), η οποία συγκροτείται από τον καθοριστικό διαχωρισμό «φίλων» και «εχθρών», όπου ο ηγεμών είναι πάντα εκείνος που δυνάμει επιβάλλει κάθε φορά την «κατάσταση εξαίρεσης».

β) Στη συστηματική συγκρότηση ενός «καθεστώτος αλήθειας», όπου οι ελίτ δημόσιων και μη εξουσιαστικών μηχανισμών κάθε φορά ορίζουν τι είναι «αληθές και ορθό» και κατά συνέπεια ποιες αξίες και συμπεριφορές είναι αποδεκτές. Πέρα από τον σημαντικό ρόλο που εξακολουθούν να παίζουν οι παραδοσιακοί μηχανισμοί διασφάλισης συναίνεσης (δικαστήρια, εκπαίδευση, έρευνα, συγκροτήματα ενημέρωσης), σε αυτή τη διαδικασία νέας χειραγώγησης ένας εσμός παραγωγής ειδήσεων και παραπληροφόρησης, με τη συνδρομή νέων τεχνολογιών και κυρίως της Τεχνητής Νοημοσύνης και ισχυρή χρηματοδότηση, έχει εξαπολύσει ένα είδος «ψηφιακού υβριδικού πολέμου» ενάντια σε κάθε αντίθετη άποψη. Σε αυτή τη συνθήκη εκείνο που αμφισβητείται πλέον δεν είναι μόνο τα τυπικά/συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα, αλλά και το «δικαίωμα να έχουμε δικαιώματα».

γ) Στη χρήση δικαστικών αγωγών, συνήθως υπερβολικών και αθεμελίωτων, με στρατηγική στόχευση τον προληπτικό έλεγχο της ενημέρωσης σε ζητήματα αιχμής, κατά δημοσιογράφων και πολιτών που διαφοροποιούνται ή αντιστέκονται στην παραπληροφόρηση. Πρακτική που φαίνεται να χρησιμοποιείται από ισχυρά πρόσωπα της οικονομικοπολιτικής ελίτ που τείνει να γίνει μια απειλητική ρουτίνα. Πρόκειται για ένα νέο φαινόμενο, που διεθνώς έχει περιγραφεί ως SLAPP (StrategicLawsuitsAgainstPublicParticipation), το οποίο ευδοκιμεί ήδη σε Ισπανία, Ιταλία, Ουγγαρία και στην Ελλάδα.

δ) Στον ιδιαίτερο ρόλο που παίζουν πλέον οι δημοσκοπήσεις, οι οποίες στο πλαίσιο των παραπάνω δεν μπορεί παρά να λειτουργούν ως υποκατάστατο της δημοκρατίας και της έκφρασης κοινωνικής διαφοράς. Τα ερωτήματα που συνήθως εμφανίζονται, περιορίζονται στις διαχειριστικές δυνατότητες της πολιτικής με αποτέλεσμα οι κοινωνικές και ιδεολογικές διαφορές να συσκοτίζονται συνεχώς, να προκρίνουν κεντρώες λύσεις και να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι διαφορές Δεξιάς – Αριστεράς αποτελούν διακρίσεις ιστορικά ξεπερασμένες.

Τα παραπάνω έχουν οδηγήσει σε εκείνο που παρατηρούν ακόμα και οι υποστηρικτές του δεσπόζοντος ρεύματος: μια κοινωνία όχι μόνο χαμηλών προσδοκιών αλλά μια κοινωνία που περίπου μοιρολατρικά αποδέχεται κάθε εκδοχή του ηγεμονικού νεοφιλελευθερισμού. Η διαβόητη ΤΙΝΑ, παρά τις συχνές μεταλλάξεις της, εξακολουθεί να προσφέρει σχεδόν αβασάνιστα τη συναίνεση στις κυρίαρχες οικονομικοπολιτικές ελίτ, που με αδιαφορία ακόμα και για την τυπική δημοκρατική νομιμοποίηση θέλουν να διαχειρίζονται την τύχη μας.

Χωρίς αμφιβολία, αυτές οι νέες μορφές χειραγώγησης εκτός από τους τυπικούς δημοκρατικούς κανόνες υπονομεύουν και την όποια διεκδικητική δυναμική της κοινωνίας, που δεν έχει ακόμη εξαφανιστεί. Ωστόσο, ας μην ξεχνάμε ότι «αυτό που έγινε από χέρι ανθρώπου ο άνθρωπος μπορεί να το ξεκάνει». Ετσι, το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί η Αριστερά, μεταρρυθμιστική και ριζοσπαστική, φαίνεται ανήμπορη να ανταποκριθεί στον ορίζοντα ελπίδας που θέτουν οι παραπάνω εξελίξεις.

Εχει κατανοήσει και αδιαφορεί ή δεν έχει αντιληφθεί τις δομικές αλλαγές που διασφαλίζουν την ηγεμονία στη σημερινή συγκυρία; Γιατί αδυνατεί να αντιληφθεί ότι αυτές οι τόσο δραματικές εξελίξεις θα μπορούσαν να αποτελέσουν την αφετηρία για τη ριζοσπαστική ανανέωση της στρατηγικής της, που βρίσκεται κατά γενική ομολογία σε τέλμα ή και σε πορεία ενσωμάτωσης; Αλλά αυτά είναι ερωτήματα στα οποία θα πρέπει να επανέλθουμε με πρώτη ευκαιρία.

*Συμμετέχουν στην ΠΡΩτοβουλία Ανασυγκρότησης της ΡΙΖοσπαστικής Αριστεράς (ΠΡΩ.Α.ΡΙΖ.Α. επαφή: prota.riza@gmail.com)

https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/481276_apo-tin-kataskeyi-synainesis-stis-nees-morfes-heiragogisis

Leave a Reply