«Σήμερα, παρακολουθούμε ένα διπλό φαινόμενο: μιας διευρυνόμενης, αλλά αφηρημένης καθολικοποίησης (την παγκοσμιοποίηση) και μιας αυξημένης, αλλά πολύ συγκεκριμένα βιούμενης, εξατομίκευσης». Αυτό γράφει ο Νοτιοκορεάτης φιλόσοφος Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν, στο εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο του «Η κοινωνία της κόπωσης» (εκδόσεις Opera). Σε αυτό αναλύει τη σημερινή πραγματικότητα του λεγόμενου multitasking, δηλαδή της εκπλήρωσης πολλών καθηκόντων ταυτόχρονα, της ενασχόλησης με περισσότερα του ενός αντικειμένου την ίδια στιγμή. Οταν υπάρχουν πολλαπλά ερεθίσματα και η αντίληψή μας είναι αποσπασματική και διασκορπισμένη.
Ο Χαν υποστηρίζει ότι αυτό αποτελεί ένα είδος οπισθοδρόμησης, καθώς «το multitasking είναι ευρέως διαδεδομένο στα άγρια ζώα. Είναι μια τεχνική προσοχής απολύτως απαραίτητη για την επιβίωσή τους στη φύση, καθώς ακόμα και όταν τρώει, το άγριο ζώο πρέπει να έχει στραμμένη την προσοχή του αλλού. Πρέπει να κρατά μακριά από τη λεία του τους ανταγωνιστές του και, ταυτόχρονα, πρέπει να προσέχει να μη φαγωθεί το ίδιο την ώρα που τρώει».
Στην καθημερινότητα αυτό που βλέπουμε (κυρίως στις νέες γενιές) είναι μια διάσπαση της προσοχής και ένα άγχος να μη χαθεί ούτε ένα δευτερόλεπτο. Οι οθόνες της τηλεόρασης, του υπολογιστή και του κινητού φέρουν τη μεγαλύτερη ευθύνη γι’ αυτό. Φτάνουμε στο σημείο να μην ανεχόμαστε την πλήξη ούτε για λίγο. Ομως αυτό το «χάσιμο χρόνου» είναι ίσως το πιο δημιουργικό μας κομμάτι, καθώς, όπως λέει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, η πλήξη «είναι ένα ονειρικό πουλί που κλωσάει το αυγό της εμπειρίας…είναι ένα ζεστό γκρίζο ύφασμα που η φόδρα του είναι από πολύχρωμο και αστραφτερό μετάξι…και με το οποίο τυλιγόμαστε όταν ονειρευόμαστε και κουρνιάζουμε στα αραβουργήματα της φόδρας του».
Το απαύγασμα της ανθρώπινης σκέψης λέει ο Χαν, δηλαδή η Φιλοσοφία, οφείλεται σε μια «βαθιά και θεωρησιακή προσοχή». Και προσθέτει πως «η κουλτούρα προϋποθέτει ένα περιβάλλον που να επιτρέπει τη βαθιά προσοχή». Αντίθετα, σήμερα βλέπουμε μια «διασκορπισμένη προσοχή, η οποία χαρακτηρίζεται από αστραπιαίες εναλλαγές της εστίασης σε διάφορα καθήκοντα, πηγές πληροφόρησης και διεργασίες». Αυτή η «βαθιά προσοχή» απαιτεί, επίσης, σημαντικό βαθμό αυτοπειθαρχίας και κυρίως υπομονή και χρόνο, όλα τους στοιχεία σε σπάνη στην εποχή μας. Οι γρήγοροι ρυθμοί της επιβάλλουν τη συνεχή εναλλαγή των καθηκόντων, το τρέξιμο, την ένταση και το στρες. Ετσι όμως ο εγκέφαλος δεν ηρεμεί ποτέ, δεν εστιάζει σε κάτι συγκεκριμένο και, πολύ περισσότερο, δεν βρίσκει τον χρόνο της «ονειροπόλησης», πηγή δημιουργικότητας, φαντασίας και εφευρετικότητας.
Αυτή η hyperattention (η υπερπροσοχή ή διασκορπισμένη προσοχή), όπως την ονομάζει ο Χαν, δεν κάνει άλλο από το να οδηγεί σε ένα burn out, δηλαδή να «καίει» τον εγκέφαλο. Αυτή η υπερεντατικοποίηση της ενεργητικότητας, λοιπόν, μετατρέπεται τελικά στο αντίθετό της: σε μιαν υπερπαθητικότητα, όπου «υποκύπτεις χωρίς αντίσταση σε κάθε ενόρμηση και κάθε ερέθισμα…Αντί για ελευθερία, φέρνει νέους καταναγκασμούς. Είναι πλάνη να πιστεύουμε πως όσο πιο δραστήριοι γινόμαστε, τόσο πιο ελεύθεροι είμαστε».
Παράλληλα, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, δημιουργούμε τους όρους για την «αυτο-εκμετάλλευσή» μας, καθώς απόλυτο μέτρο γίνονται η ταχύτητα και η «απόδοση», έστω και εάν αυτό συνοδεύεται από ένα απατηλό αίσθημα ελευθερίας.
Τέλος, η «αποαφηγηματοποίηση» του κόσμου, όπως την ονομάζει ο Χαν, «επιτείνει την αίσθηση της παροδικότητας και απογυμνώνει τη ζωή».
https://www.efsyn.gr/stiles/ypografoyn/411009_multitasking-einai-mia-opisthodromisi





Leave a Reply