του Γιάννη Τσίρμπα
Το να είμαστε υπεύθυνοι δημοκρατικοί πολίτες, όπως γράφουν οι υποψήφιοι των πανελληνίων εξετάσεων στο μάθημα της έκθεσης ή αναφέρουν τα μέλη της Βουλής των Εφήβων (αλήθεια, υπάρχει ακόμα;) στις ομιλίες τους, φαίνεται ότι γίνεται μια ολοένα και πιο δύσκολη υπόθεση. Το να επιλέγουμε πολιτικούς σύμφωνα με τις προτιμήσεις μας, οι οποίες συχνά αντανακλούν και μια διάσταση «κοινού καλού», και εκείνοι να εκλέγονται ώστε να εφαρμόσουν την εντολή μας, η κλασική δηλαδή προσέγγιση της δημοκρατίας, είναι πλέον εμφανώς αρκετά παρωχημένη.
Τι συμβαίνει όμως με τα υπόλοιπα διαθέσιμα ερμηνευτικά εργαλεία; Πώς εξηγείται η μετακίνηση πάνω από 700 χιλιάδων ψηφοφόρων από το γερμανικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα απευθείας στην ακροδεξιά στις πρόσφατες γερμανικές εκλογές; Πώς ερμηνεύεται η ψήφος του ίδιου ψηφοφόρου, στο ιδιαίτερο γερμανικό εκλογικό σύστημα, στο ένα ψηφοδέλτιο σε κεντρώο υποψήφιο και στο άλλο στην ακροδεξιά; Στην πλευρά της πολιτικής προσφοράς, πώς γίνεται αριστερά και δεξιά κόμματα να έχουν κοινή ατζέντα σε ένα ζήτημα όπως το μεταναστευτικό;
Σε αυτό το επίπεδο και η ορθολογική επιλογή, δηλαδή η υπόθεση ότι ψηφίζουμε με βάση το ατομικό συμφέρον, φαίνεται ότι αδυνατεί να μας προσφέρει πειστικές εξηγήσεις, όπως και η συγγενής υπόθεση ότι αξιολογούμε ενδελεχώς τις επιδόσεις των κυβερνήσεών μας και τις τιμωρούμε ή τις επιβραβεύουμε-δεν έχουμε τα προσόντα, τον χρόνο ή τις απαιτούμενες πληροφορίες για κάτι τέτοιο.
Είναι, επίσης, μάλλον προφανές ότι και ο ρόλος της ιδεολογίας στην προσπάθεια εξήγησης τέτοιων φαινομένων είναι πεπερασμένος. Ταυτόχρονα, η κοινωνικοδημογραφική ανάλυση της ψήφου έχει τους δικούς της περιορισμούς, αν και δεν στερείται εγκυρότητας σε αρκετά επιμέρους ζητήματα, ειδικά σε συνδυασμό με μια γεωγραφική προσέγγιση. Για παράδειγμα, διαφαίνεται σε πολλά εκλογικά σώματα ένα σαφές ηλικιακό χάσμα.
Εδώ και αρκετά χρόνια βαίνει μειούμενη και η εξηγητική ισχύς της κομματικής ταύτισης. Ολοένα και λιγότεροι άνθρωποι αναπτύσσουν μακροχρόνιους συναισθηματικούς δεσμούς με κάποιο κόμμα, το οποίο να ψηφίζουν ξανά και ξανά σε εκλογές. Δεν υπάρχουν καν πλέον πολλά κόμματα που να επιβιώνουν για τόσο πολύ ώστε να ταυτιστεί κάποιος μαζί τους. Αντίθετα με ό,τι συνέβαινε παλιά, οι ψηφοφόροι ζουν πλέον περισσότερο από τα κόμματα.
Τι μας απομένει λοιπόν ώστε να εξηγήσουμε αυτές τις παράδοξες έως και σοκαριστικές συναντήσεις ψηφοφόρων και πολιτικών κομμάτων στην κάλπη; Σύμφωνα με δύο επιφανείς Αμερικανούς πολιτικούς επιστήμονες, τους Έικεν και Μπαρτέλς, μας απομένει ο ρεαλισμός. Σε έναν κόσμο που φαίνεται ανάποδος, ίσως πρέπει να δούμε και τα πράγματα αντίστροφα. Ας σκεφτούμε ότι η φαινομενική συμφωνία κομμάτων και ψηφοφόρων πάνω σε συγκεκριμένα θέματα μπορεί να είναι δευτερεύουσα και, τελικά, να μην αποτελεί κύριο στόχο καμιάς από τις δύο πλευρές. Από αυτή την άποψη, αυτό που μετράει είναι η ταυτότητα του ανήκειν σε συγκεκριμένες ομάδες, στις οποίες μπορεί να μετέχει μια ψηφορόρος και να εκφράζει συγκυριακά ένα κόμμα. Οι ομάδες αυτές μπορεί για παράδειγμα να είναι εθνοτικές, θρησκευτικές, επαγγελματικές, έμφυλων ταυτοτήτων ή και lifestyle. Η κάθε ταυτότητα μπορεί να αναδεικνύεται περισσότερο όταν προκύπτουν ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος που αφορούν στην αντίστοιχη ομάδα. Ένας ψηφοφόρος μπορεί να έχει πολλαπλές ταυτότητες προς ενεργοποίηση, ανάλογα κάθε φορά με την επικαιρότητα και τη συγκυρία.
Στο παραπάνω μπορούμε να προσθέσουμε και τους ηγέτες. Σε μια πολιτική αρένα που γίνεται ολοένα και πιο προσωποκεντρική και ταυτόχρονα οι ηγετικές φυσιογνωμίες ολοένα και πιο οικείες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το ποιος μας ταιριάζει περισσότερο, ενώ φανταζόμαστε ότι κάνουμε ακόμα και προσωπική παρέα του, παίζει ρόλο και (επαν)ενισχύει το αίσθημα του ανήκειν σε μια ομάδα.
Συνεπώς, τα εκλογικά αποτελέσματα δεν εξηγούνται ως το αποτέλεσμα σύγκλισης προτιμήσεων μεταξύ ψηφοφόρων και κομμάτων, αλλά ως συχνά επιφανειακή και συγκυριακή σύγκλιση ταυτοτήτων μεταξύ τους. Και τι συμβαίνει, θα αναρωτηθούμε, με τις προτιμήσεις πολιτικής; Δεν υπάρχουν; Σύμφωνα με την αντίστροφη αυτή λογική, υπάρχουν κυρίως ως εκ των υστέρων προσπάθειες δικαιολόγησης προαποφασισμένων επιλογών.
Τελικά, σε έναν κόσμο που οι εκλογές έχουν μικρότερη αντιληπτή σημασία συγκριτικά με το παρελθόν, η ρευστότητα φαίνεται μεγαλύτερη από ποτέ και τα σοκαριστικά παράδοξα πληθύνονται, εγείροντας σοβαρά ζητήματα δημοκρατίας, ίσως πρέπει, για το απαραίτητο στάδιο της κατανόησης πριν από τη δράση, να σκεφτούμε τη σχέση των πολιτών με την πολιτική με έναν περισσότερο ρεαλιστικό τρόπο, δηλαδή ως κάτι λιγότερο βαθύ και περισσότερο ευκαιριακό και επιφανειακό-όσο και αν μας ξενίζει κάτι τέτοιο.





Leave a Reply