του Κωστή Καρπόζηλου
Στη δημόσια σφαίρα κυριαρχούν αναλύσεις που μιλούν για την ανάγκη γείωσης της αριστεράς με την κοινωνία. Είναι τόσο μονότονη η επανάληψη της φράσης που μετά από ένα σημείο είναι παντελώς αδιάφορη. Και ο λόγος είναι απλός: η ανάλυση περί «γείωσης» δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένα παραδείγματα ή έστω κάποια πρακτική πρόταση για το πως μπορεί αυτή να γίνει πράξη. Είναι τυπικό γνώρισμα ενός λόγου που οχυρώνεται πίσω από κάθε λογής «πρέπει να» και τις γενικολογίες για τα «προβλήματα του λαού» προκειμένου να μην αναμετρηθεί με την αμηχανία που κληροδοτεί η αποσύνδεση της πολιτικής αριστεράς από το κατεξοχήν πεδίο παραγωγής της πολιτικής: το κοινωνικό. Δεν χρειάζεται νομίζω να επιμείνω πολύ για το ότι η πολιτική ως εκφορά λόγου, δεν συγκινεί και δεν κινητοποιεί. Ή για να το πω με την αγαπημένη μου αμερικανική φράση: μην μου λες, δείξε μου. Δείξε μου το παράδειγμα αυτού που μου λες.
Στη Θεσσαλονίκη βλέπουμε αυτό που χρειαζόμαστε. Μια πρωτοβουλία πολιτών, κινήσεων, συλλογικοτήτων προχώρησε σε κάτι συγκεκριμένο. Δημιούργησε μια ψηφιακή πλατφόρμα συλλογής υπογραφών προκειμένου να υποχρεώσει τον Δήμο Θεσσαλονίκης να προχωρήσει σε δημοψήφισμα για ένα κρίσιμο ζήτημα της πόλης: το μέλλον της ΔΕΘ. Η κίνηση αυτή πιστεύω ότι έχει μεγαλύτερη αξία από μια ντουζίνα προγράμματα και χίλιες προκηρύξεις γύρω από το θέμα. Συνιστά μια μεθοδολογική τομή. Πρώτον, γιατί καλεί τους πολίτες σε δράση γύρω από κάτι πολύ χειροπιαστό: το δικαίωμά τους να έχουν γνώμη και λόγο στην καθημερινότητα της πόλης που ζουν και εργάζονται. Δεν σας βομβαρδίζουμε με γενικές αναλύσεις ελάχιστης χρησιμότητας, αλλά σας θέτουμε το ερώτημα που μας απασχολεί: θέλουμε ή όχι ένα μητροπολιτικό πάρκο στο κέντρο της πόλης; Δεύτερον, γιατί εκμεταλλεύεται τις δυνατότητες που προσφέρει το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο -τον νόμο 4555 του 2018- για τη διεξαγωγή ενός δημοψηφίσματος σε τοπική κλίμακα. Ξέρουμε τους κανόνες του παιχνιδιού (βασικό αυτό) και αντί να τους καταγγέλλουμε γενικώς και αορίστως, τους χρησιμοποιούμε για την προώθηση του στόχου μας. Τρίτον και κυριότερο: αμφισβητεί την κυρίαρχη και εμπεδωμένη αντίληψη για το πώς γίνεται η πολιτική. Πρόκειται για ένα παράδειγμα πολιτικής «από τα κάτω» με έμφαση στην κοινωνικοποίηση της συζήτησης, στην προσωπική επαφή με τους πολίτες, στην εμπλοκή των ανθρώπων και την συνακόλουθη ανάληψη της ανάλογης ευθύνης στη διεκδίκηση ενός -πιθανά- αυτονόητου αιτήματος. Με πρώτο βήμα κάτι απλό: να συμπληρώσεις τα στοιχεία σου σε μια ψηφιακή πλατφόρμα που σέβεται τα προσωπικά σου δεδομένα και κάνει ξεκάθαρο τι ζητά από σένα.
Θέλω να πιστεύω ότι η προσπάθεια αυτή στη Θεσσαλονίκη θα έχει επιτυχία. Στην πόλη υπάρχει μια ισχυρή παράδοση κινητοποίησης της κοινωνίας των πολιτών -βλ. την υπόθεση με τα έργα του μετρό- που βρίσκεται στον αντίποδα της βαριάς συντηρητικής σκουριάς που κυριαρχεί πολιτικά τα τελευταία, πολλά, χρόνια. Και επίσης πιστεύω ότι αυτό που συμβαίνει στη Θεσσαλονίκη δεν αφορά μόνο τη Θεσσαλονίκη. Πρόκειται για μια ένδειξη της δυνατότητας να μεταβούμε από το «κάτι πρέπει να γίνει» γενικώς και αορίστως στο «πάμε να το κάνουμε». Αυτή η μετάβαση προϋποθέτει την αμφισβήτηση εμπεδωμένων νοοτροπιών και του τελετουργικού τρόπου για το πώς κάνουμε πολιτική: τις αέναες συζητήσεις δίχως κατάληξη, την ασφάλεια του μικροκόσμου, την αναγόρευση της ασάφειας σε σοφία. Πάνω από όλα όμως, θεωρώ ότι αμφισβητεί κάτι που έχει φωλιάσει μέσα μας και κατατρώει το είναι μας: την πεποίθηση ότι τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει προς το καλύτερο. Αυτό το βαθύ αίσθημα ματαιότητας δεν το ακυρώνει κανένας όρκος πίστης στο μέλλον. Το ακυρώνει μόνο η ίδια η πράξη. Το να πιστεύεις ότι αύριο η Θεσσαλονίκη θα έχει ένα μητροπολιτικό πάρκο. Πάμε για κάτι μεγάλο.





Leave a Reply