Σημειώσεις λελογισμένης υπεροψίας

Πολιτικό Ημερολόγιο

«Ανανέωση ή εξαφάνιση;»

Το Κόμμα Εργατών Βελγίου ήταν για δεκαετίες ένα μικρό, συνεκτικό, κόμμα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, προϊόν της φοιτητικής αναταραχής της δεκαετίας του 1960. Το 2003, ύστερα από μια ακόμα αποτυχημένη εκλογική καταγραφή (0.2%) πραγματοποίησε ένα συνέδριο όπου κυριάρχησε το ερώτημα: θα ανανεωθούμε ή θα εξαφανιστούμε; Σήμερα, είναι ένας κύριος παίκτης της βελγικής πολιτικής ζωής: 10.7% στις ευρωεκλογές, 9.9% στις εθνικές, 258 εκλεγμένοι δημοτικοί σύμβουλοι (ένας/μια στους έξι κάτω από 30 ετών), περισσότερα από 25.000 οργανωμένα μέλη. Η επιτυχία δεν ήρθε ξαφνικά. Αλλά ήρθε μέσα από μια σαφή απόφαση που έχει γίνει και κεντρικό σύνθημα του κόμματος: ανανέωση.

Δεν ξέρω πολλά για την πολιτική ζωή στο Βέλγιο και μπορώ να φανταστώ διάφορες ενστάσεις για το Κόμμα Εργατών. Αυτό όμως που θεωρώ ενδιαφέρον στην περίπτωσή του, είναι η ειλικρίνεια του αρχικού ερωτήματος. Μια ειλικρίνεια -ξένη στις παραδόσεις της Αριστεράς- που απηχεί μια υπαρξιακή αγωνία την οποία νιώθουμε, αλλά πολύ συχνά δεν εκφράζουμε. Η Αριστερά βρίσκεται στη χώρα μας σε κρίση και αυτό που τίθεται πλέον υπό συζήτηση είναι αν θα αποτελεί ένα διακριτό πολιτικό ρεύμα ή αν απλά θα βυθιστεί περαιτέρω στην ανυποληψία και εντέλει στην εξαφάνιση.

Οι κρίσεις γεννούν -και για αυτό είναι παραγωγικές- διαφορετικές απαντήσεις. Η αφετηρία είναι η συνειδητοποίηση ότι ο κύκλος που άνοιξε με την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 και τη μετεωρική άνοδο της Αριστεράς -που στη χώρα μας συνοψίστηκε στην επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ- έχει κλείσει οριστικά. Το δεδομένο αυτό όμως οδηγεί συχνά σε μια ενστικτώδη σχεδόν αντίδραση που αναζητεί τη διέξοδο στην αναπαλαίωση. Η τάση αυτή είναι υπαρκτή και στις τάξεις της Νέας Αριστεράς. Και αυτό είναι φυσιολογικό ύστερα από την αντιφατική εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ και τις ταπεινωτικές εξελίξεις των τελευταίων ετών. Η ιδεολογική καθαρότητα, οι αυστηρές οργανωτικές δομές, η επίκληση ταυτοτικών προσδιορισμών του παρελθόντος παρουσιάζονται ως δικλείδες ασφαλείας για την ανασυγκρότηση του χώρου της Αριστεράς. Μόνο που κατά τη γνώμη μου είναι η λάθος απάντηση σε μια ορθή διάγνωση. Γιατί, οι άνθρωποι που μας ενδιαφέρουν και αναζητούν όρους πολιτικής εκπροσώπησης στην Αριστερά, δεν ενδιαφέρονται -και έχουν δίκιο- για ένα τέτοιο κόμμα. Απλά δεν τους λέει κάτι για τη ζωή τους.

Η Νέα Αριστερά πιστεύω πρέπει να επενδύσει στην αντίθετη κατεύθυνση: αυτή της ριζοσπαστικής ανανέωσης με στόχο να εμφανιστεί ως ένας πολιτικός χώρος, κόμμα εντέλει, που κάνει πολιτική με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που ξέρουμε.

Πρώτον, με μια ριζική αποδέσμευση από την εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ. Το πολιτικό σχέδιο που εκπροσώπησε αυτό το κόμμα απέτυχε και σήμερα αποπνέει ένα τοξικό φορτίο που απωθεί. Η αποδέσμευση αυτή -την οποία επιχειρούν οι θέσεις του 1ου συνεδρίου της Νέας Αριστεράς- πρέπει να συνοδευτεί από μια ανάλογη τομή στην καθημερινότητά της: από το να σταματήσει η εμφάνιση της ιδιότητας του «πρώην» στην ταυτότητα των ανθρώπων της Νέας Αριστεράς μέχρι τη μετατόπιση του κέντρου βάρους από το «εμείς που φύγαμε από τον ΣΥΡΙΖΑ» στο «εμείς που φτιάχνουμε τη Νέα Αριστερά». Το κύριο όμως είναι η παραγωγή επεξεργασιών και πολιτικής που δεν θα απηχούν αυτά που έλεγε ο ΣΥΡΙΖΑ -σε όποια ιστορική του φάση- και το άνοιγμα σε σύγχρονες ριζοσπαστικές θέσεις που θα κάνουν τη διαφορά στο τελματωμένο τοπίο που βρισκόμαστε.

Δεύτερον με μια απόφαση ότι η Νέα Αριστερά θέλει κατεξοχήν να εκπροσωπήσει τον κόσμο της εργασίας με ειδικότερη στόχευση τα παραγωγικά στρώματα της επισφάλειας και της νέας μισθωτής διανόησης, τη δεύτερη μεταναστευτική γενιά και τον κόσμο των ριζοσπαστικών κινημάτων που αναφέρονται στον φεμινισμό, στον αντιφασισμό και στον οικολογικό μετασχηματισμό. Αυτή η επιλογή υπαγορεύει ένα διαφορετικό οργανωτικό μοντέλο. Αυτά που γνωρίζουμε από το παρελθόν -οι τοπικές οργανώσεις ή ακόμα και οι κλαδικές- δεν συνομιλούν πάντα με τα εξοντωτικά ωράρια, τις ρευστές εργασιακές σχέσεις, την απουσία συλλογικών χώρων δράσης ανθρώπων που βρίσκονται στην παραγωγή. Η Νέα Αριστερά πρέπει να ενθαρρύνει ένα νέο περιεχόμενο στο απλό ερώτημα «τι σημαίνει είμαι μέλος σε ένα κόμμα;». Με θεματικά, οριζόντια, ευέλικτα και κυρίως ανοιχτά οργανωτικά σχήματα που θα βρίσκονται σε διάλογο με τις σύγχρονες κοινωνικές ταυτότητες παρακάμπτοντας τη γραφειοκρατική δομή του ιστορικού πυραμιδικού κόμματος. Το ανοιχτό κόμμα έχει δαιμονοποιηθεί ως ένα κόμμα χωρίς αρχές. Το ακριβώς αντίθετο θα πρέπει να επιδιώξουμε. Ένα κόμμα με αρχές και συνάμα τη μέγιστη δυνατή ευελιξία.

Τρίτον με μια φυσιογνωμία κόμματος που παράλληλα με τη δική του συγκρότηση ενδιαφέρεται για τον πολυφωνικό χώρο γύρω από αυτό. Η Νέα Αριστερά να εμπιστευτεί δηλαδή τον υπάρχοντα αστερισμό κινήσεων και πρωτοβουλιών που δεν ταυτίζονται με πολιτικά κόμματα και να ζητήσει τη γνώμη τους για το τι πρέπει να κάνει σε συγκεκριμένα πεδία πολιτικής. Και να είναι έτοιμη, με ειλικρινείς όρους, να ζοριστεί από αυτή τη διαδικασία στην κατεύθυνση επεξεργασμένων θέσεων και προγραμματικών τομών. Να δημιουργήσει δηλαδή έναν κοινωνικό περίγυρο που να την πιέζει και να την ξεβολεύει από τις όποιες αδράνειες κληροδοτεί το παρελθόν της.

Τέταρτον με την εμπέδωση μιας κουλτούρας όπου οι αποκλίνουσες απόψεις δεν είναι πρόβλημα, αλλά επιδίωξη. Η Αριστερά -αυτή που δεν νοσταλγεί το μονολοθικό κόμμα ή τον αρχηγισμό του ΣΥΡΙΖΑ για να είμαι πιο ακριβής- είναι εξορισμού πολυφωνική και αυτό δεν πρέπει να μας φρικάρει. Είναι απόλυτα λογικό ότι στη Νέα Αριστερά έχουμε διαφορετικές γνώμες για συγκεκριμένα ζητήματα: από την αποτίμηση του παρελθόντος μέχρι την πολιτική των συμμαχιών. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς σε ένα κόμμα που ορίζει, ορθά, ότι στις τάξεις του θέλει να στεγάσει ένα διάνυσμα που εκκινεί από τη ριζοσπαστική αριστερά μέχρι την αριστερή σοσιαλδημοκρατία. Η μόνη προϋπόθεση για να δουλέψει παραγωγικά αυτή η συνύπαρξη αντιλήψεων είναι να υπάρχει πολιτική συζήτηση επί συγκεκριμένων ερωτημάτων και μια κοινή μεθοδολογία στη λήψη των αποφάσεων.

Πέμπτον με την έμπρακτη ανανέωση. Η δική μου εμπειρία από τις οργανώσεις της Νέας Αριστεράς και το ευρύτερο δυναμικό που στήριξε τη Νέα Αριστερά στις εκλογές συνοψίζεται στο ότι αναπτύσσεται ένας γόνιμος προβληματισμός για την ανάγκη της ουσιαστικής ανανέωσης του λόγου και της πράξης μας. Η έννοια της ανανέωσης κουβαλά τα δικά της τραύματα- ας σκεφτούμε εδώ την περίπτωση του Στέφανου Κασσελάκη. Αυτό όμως δεν αναιρεί δύο πράγματα. Το πρώτο -που εξηγεί και την επιτυχία του Κασσελάκη- το κοινωνικό αίτημα για ένα ηχόχρωμα που θα διαφέρει από αυτό που μέχρι σήμερα γνωρίζαμε. Το δεύτερο, και κύριο, ότι αποτελεί όρο ύπαρξης της Αριστεράς και πόσο μάλλον μια Αριστερά που συστήνεται ως «νέα». Η πιο βαθιά ανανέωση και η μεγαλύτερη πρόκληση μπροστά μας είναι να δημιουργήσουμε έναν κόμμα που θα ανανεώνει πρωτίστως εμάς που συμμετέχουμε σε αυτό: απελευθερώνοντας τη δημιουργικότητα και συγκροτώντας τη συλλογικότητα εκείνη με τρόπο που θα πείθει και τους πολλούς και τις πολλές που δεν έχουν πειστεί ότι αξίζει τον κόπο (και τον χρόνο) η ένταξή τους σε αυτό.

Κλείνω με κάτι που έχω ξαναγράψει. Στη Νέα Αριστερά έχουμε κατακτήσει κάτι πολύτιμο και εν πολλοίς απωθημένο. Λέμε τη γνώμη μας δίχως το φόβο της ποινικοποίησής της. Αυτό και μόνο αρκεί για να κατανοήσουμε το συγκριτικό μας πλεονέκτημα έναντι των απωθητικών εξελίξεων γύρω μας. Η Νέα Αριστερά μπορεί να είναι το θετικό παράδειγμα -το υπόδειγμα- για το πώς μπορεί και οφείλει να είναι στην πράξη η αριστερά της εποχής μας.

Κωστής Καρπόζηλος

Leave a Reply