Σημειώσεις λελογισμένης υπεροψίας

Πολιτικό Ημερολόγιο

Ο Σημίτης υπήρξε ο τελευταίος πρωθυπουργός που ταυτίστηκε με ένα πολιτικό πρόγραμμα

του Γιάννη Αλμπάνη

Ο Σημίτης υπήρξε ο τελευταίος πρωθυπουργός που ταυτίστηκε με ένα πολιτικό πρόγραμμα: τον «εκσυγχρονισμό». Σημίτης και «εκσυγχρονισμός» είναι ταυτισμένοι γιατί ο εκλιπών υπηρέτησε αυτόν το πρόγραμμα επί δεκαετίες και το κατέστησε οδηγό των κυβερνήσεών του. Στη συνέχεια, οι πρωθυπουργοί εκλέγονταν ως επικεφαλής «μετώπων» αντίθεσης στους προκατόχους τους και γι’ αυτό δεν μπορούν να ταυτιστούν με συγκεκριμένες προγραμματικές προτάσεις.

Πυλώνες του «εκσυγχρονισμού» ήταν ο ευρωπαϊσμός, η αποδοχή του νεοφιλελεύθερου πλαισίου στην οικονομία, τα μεγάλα έργα υποδομής και η υιοθέτηση θεσμών των ευρωπαϊκού «κράτους δικαίου».

Ο Σημίτης υπήρξε επίσης ένας από τους λίγους πρωθυπουργούς ο οποίος εφάρμοσε σχεδόν πλήρως το πρόγραμμα με βάση το οποίο εξελέγη, με κορυφαία στιγμή του την είσοδο στην ΟΝΕ. Εδώ δεν μπορεί να γίνει λόγος για κωλοτούμπα. Γι’ αυτό οι όποιες κρίσεις για τον Σημίτη δεν μπορούν παρά να αφορούν το ίδιο το σχέδιο του «εκσυγχρονισμού».

Αν διαβάσει κανείς σήμερα τις υμνητικές νεκρολογίες ή ρίξει μια ματιά στα στατιστικά της οικονομίας, δύσκολα θα μπορέσει να ερμηνεύσει τη συμπεριφορά του εκλογικού σώματος την εποχή των κυβερνήσεων Σημίτη. Το 2000, τη χρονιά που επιτυγχάνεται ο «εθνικός στόχος» της ΟΝΕ, το ΠΑΣΟΚ κερδίζει τις εκλογές με διαφορά μόλις 72.000 ψήφων από τη ΝΔ (43,79% έναντι 42,74%). Η οριακή αυτή νίκη οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ακραία χρησιμοποίηση παλαιοκομματικών μεθόδων. Στη συνέχεια, το 2004 είχε πέσει τόσο πολύ η δημοτικότητα του Σημίτη που αναγκάστηκε να παραδώσει τη σκυτάλη στον Γιώργο Παπανδρέου, ο οποίος δεν απέφευγε τη βαριά ήττα στις εκλογές. Να σημειώσουμε ότι κατά την περίοδο Σημίτης το ΑΕΠ αυξάνεται συνεχώς: 2,9% το 1996, 4,5% το 1997, 3,9% το 1998, 3,1% το 1999, 3,9% το 2000, 4,1% το 2001, 3,9% το 2002, 5,8% το 2003.

Γιατί λοιπόν ενώ επιτυγχάνεται ο «εθνικός στόχος» της ΟΝΕ, η οικονομία σημειώνει ταχεία ανάπτυξη, γίνονται μεγάλα έργα υποδομής και ζούμε τη «Μεγάλη Ιδέα» των Ολυμπιακών, οι πολίτες δεν δείχνουν ενθουσιασμό με την κυβέρνηση Σημίτη. Η κόπωση από την ενδεκαετή διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ μπορεί να εξηγήσει το εκλογικό αποτέλεσμα του 2004, όχι όμως του 2000.

Μια πιο λογική εξήγηση πρέπει να αναζητήσουμε στην οικονομία. Ενώ η οικονομική ανάπτυξη σήμανε ευημερία για πολλούς, εντούτοις, δεν ωφέλησε όλη την κοινωνία. Το «εκσυγχρονιστικό» μοντέλο έχει ως πυλώνες τη δημοσιονομική πειθαρχία και την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων. Για ένα τμήμα των εργαζομένων λοιπόν η οικονομική ανάπτυξη δεν έφερε άνοδο του βιοτικού τους επιπέδου. Επιπλέον, αρκετοί από τους νέους που εισέρχονταν στην αγορά εργασίας σε συνθήκες επισφάλειας, συνειδητοποιούσαν ότι η ζωή τους ήταν πιο δύσκολη από αυτήν των γονιών τους -κάτι που συνέβαινε για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες. Με τον Σημίτη εμφανίζεται η φιγούρα του «εργαζόμενου φτωχού», η οποία θα γίνει έκτοτε το έμβλημα της ελληνικής οικονομίας. Βεβαίως, στη δυσαρέσκεια των εργαζομένων πρέπει να προσθέσουμε την οργή μεσαίων στρωμάτων από την κατάρρευση του Χρηματιστηρίου το 1999.

Από τη σκοπιά του παρόντος χρόνου, στη διακυβέρνηση Σημίτη πέφτει βαριά η σκιά της χρεοκοπίας. Άλλωστε η χρεοκοπία ως ιστορική τομή, αλλάζει κατά πολύ τις κρίσεις μας για όλες τις κυβερνήσεις της Μεταπολίτευσης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι για τη χρεοκοπία φέρουν μεγάλη ευθύνη οι κυβερνήσεις Καραμανλή λόγω της ανευθυνότητας και του τυχοδιωκτισμού τους. Ωστόσο, το όλο «εκσυγχρονιστικό» σχέδιο δεν έχει ούτε κατά διάνοια εξετάσει το ενδεχόμενο του πώς θα αντιμετώπιζε η Ελλάδα μια παγκόσμια οικονομική κρίση -κάτι που οι κυβερνώντες όφειλαν να έχουν κάνει. Μια διακυβέρνηση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί επιτυχημένη αν δεν είναι προετοιμασμένη για τα «κακά σενάρια».

Πέρα από τη γενικευμένη διαφθορά και τα καταστροφικά κόλπα της «δημιουργικής λογιστικής», δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η διόγκωση του δανεισμού αποτελούσε βασικό εργαλείο της «εκσυγχρονιστικής» οικονομικής πολιτικής, στο πλαίσιο ενός στρεβλού και αδιέξοδου παραγωγικού μοντέλου. Με το ευρώ τα επιτόκια έπεσαν πάνω από 50% και αυτός ο φτηνός δανεισμός που δινόταν επί της ουσίας χωρίς ελέγχους, θεωρούταν μοχλός αναπτυξιακής σύγκλισης με τον πυρήνα της ΕΕ. Το σχέδιο ίσως και να είχε πετύχει να δεν συνέβαινε η παγκόσμια οικονομική κρίση. Με τα «εάν» όμως δεν γράφεται η Ιστορία.

Η χρεοκοπία έδειξε με οδυνηρό τρόπο την ιστορική αποτυχία του «εκσυγχρονιστικού» σχεδίου.

Leave a Reply