Σημειώσεις λελογισμένης υπεροψίας

Χωρίς κατηγορία

Επτά λόγοι για να μην παραδώσουμε τον Λένιν στους εχθρούς μας

Συμπληρώνονται φέτος 100 χρόνια από τον θάνατο του Λένιν, ενός μαρξιστή επαναστάτη ο οποίος, ανεξάρτητα από το αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί, και σε ποια σημεία, με το έργο και τη δράση του, άφησε ένα βαθύ αποτύπωμα στην παγκόσμια ιστορία. Τιμώντας αυτήν την επέτειο, αποφασίσαμε να φιλοξενήσουμε στις Ιδέες δύο, κατά τη γνώμη μας, ενδιαφέροντα άρθρα, το πρώτο εκ των οποίων παρουσιάζουμε σήμερα απευθείας στην ιστοσελίδα της Εποχής. Πρόκειται για κείμενο του Μιχαέλ Μπρι με τίτλο «Επτά λόγοι για να μην παραδώσουμε τον Λένιν στους εχθρούς μας», το οποίο δημοσιεύτηκε στις 21 Ιανουαρίου 2024 στο μπλογκ του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ (www.rosalux.de/en/news/id/51514/seven-reasons-not-to-leave-lenin-to-our-enemies).

Ο Μιχαέλ Μπρι είναι φιλόσοφος και κοινωνιολόγος, με πλούσιο ερευνητικό έργο στη θεωρία και την ιστορία του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, τον κοινωνικο-οικολογικό μετασχηματισμό και την «επαναστατική ρεαλπολιτίκ». Ως επικεφαλής, επί πολλά χρόνια του Ινστιτούτου Κριτικής και Πολιτικής Ανάλυσης του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ ήταν αυτός που ανέλαβε την πρωτοβουλία για τη δημιουργία του ευρωπαϊκού δικτύου transform!, του οποίου διετέλεσε νόμιμος εκπρόσωπος από την ίδρυσή του, το 2000, ως το 2009.

Το δεύτερο άρθρο θα δημοσιευτεί στην εφημερίδα μας, στις 9 Μαρτίου.

Χ.Γο.

Πώς να προσεγγίσουμε και να ανανεώσουμε την κληρονομιά του Λένιν
εκατό χρόνια μετά τον θάνατό του

«…ακόμη και οι νεκροί δεν θα είναι ασφαλείς από τον εχθρό εάν αυτός νικήσει.
Και αυτός ο εχθρός εξακολουθεί να νικά.»
Βάλτερ Μπένγιαμιν

Η Αριστερά έχει παραδώσει το νεκρό σώμα του Λένιν στους νικητές της ιστορίας – τόσο στους σταλινικούς όσο και στους φιλελεύθερους αντιπάλους της. Η μία ομάδα τον μουμιοποίησε και τον μετέτρεψε σε είδωλο για τις λατρευτικές ανάγκες της δικής της εξουσίας, ενώ η άλλη τον δαιμονοποίησε ως εχθρό της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η Νέα Αριστερά αντιλαμβανόταν τον εαυτό της πρωτίστως ως αντιλενινιστική Αριστερά και ήταν περήφανη για τη ρήξη της με την κληρονομιά του. Με τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, που την πέταξε όπως αποδείχτηκε στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, έμοιαζε σαν να είχε ειπωθεί η τελευταία λέξη για τον ιδρυτή αυτού του κράτους. Οι ηγέτες του κόμματος που εκείνος ίδρυσε και διαμόρφωσε έθαψαν το έργο του.

Το αίτημα να μην παραδώσουμε τον Λένιν στους εχθρούς του έχει έναν και μόνο σκοπό: να διασφαλίσει ότι η κληρονομιά του θα χρησιμεύσει στην Αριστερά για την προετοιμασία εκείνης της ώρας της λύτρωσης, όταν, σύμφωνα με τον Βάλτερ Μπένγιαμιν το 1940,αυτή η «αποφασιστική, εκ πρώτης όψεως βίαιη μέγγενη» θα τεθεί στην ημερήσια διάταξη.

Οφείλουμε να πάρουμε μαθήματα από τον Λένιν και τις συνέπειες των πράξεών του. Κάποια από αυτά αφορούν την κατανόηση ότι ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα, τη σημασία που έχει η ύπαρξη ενός ορίου που πρέπει να μας χωρίζει από απάνθρωπες ενέργειες, ενός ορίου που εμείς οι αριστεροί άνθρωποι δεν πρέπει να υπερβαίνουμε, για το δικό μας καλό και για το καλό των στόχων μας. Γιατί η επαναστατική ορμή, όπως έγραφε η Ρόζα Λούξεμπουργκ το 1918, αναφερόμενη μεταξύ άλλων στη Ρωσική Επανάσταση, δεν είναι από μόνη της η «πραγματική αύρα του σοσιαλισμού», αλλά πρέπει να συμβαδίζει με μια «όσο το δυνατόν πιο μεγαλόψυχη ανθρωπιστική στάση».

Αυτός ο ηθικός κανόνας παραβιάστηκε πολλές φορές από τον Λένιν και από εκείνους που έδρασαν στο όνομά του. Τον Μάιο του 1953, ο Αλμπέρ Καμύ, μιλώντας σε μια ομάδα εργατών στο Παρίσι για την Οκτωβριανή Επανάσταση και τη Σοβιετική Ένωση, συνόψισε την ιστορία της ως εξής:

«Η εργατική επανάσταση στέφθηκε με επιτυχία το 1917 και σηματοδότησε την αυγή της πραγματικής ελευθερίας και της μεγαλύτερης ελπίδας που γνώρισε ποτέ ο κόσμος. Όμως αυτή η επανάσταση, περικυκλωμένη από παντού, απειλούμενη στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, στηρίχτηκε στη δύναμη της αστυνομίας. Έχοντας κληρονομήσει ένα δόγμα που αντιμετώπιζε την ελευθερία ως κάτι ύποπτο, η επανάσταση έγινε σιγά-σιγά σκληρότερη, και η μεγαλύτερη ελπίδα του κόσμου μετατράπηκε στην αποτελεσματικότερη δικτατορία του κόσμου».

Σήμερα που η ανθρωπότητα απειλείται με τη μεγαλύτερη κρίση μετά από αυτήν του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, σε μια εποχή ανεξέλεγκτων πολεμικών συγκρούσεων και ενός καταστροφικού καπιταλισμού, η Αριστερά – τουλάχιστον στην Ευρώπη – είναι σκιά του εαυτού της. Σ’ αυτήν την ιστορική παρακμή έχει συμβάλει και η διαγραφή του Λένιν από τη συλλογική της μνήμη. Πώς μπορούμε να μιλάμε για τον Μαρξ χωρίς τον Λένιν; Να αναφερόμαστε στην Λούξεμπουργκ, στον Γκράμσι, στον Τσε Γκεβάρα ή στον Αλιέντε, αλλά όχι στον Λένιν; Πώς μπορεί να ανανεωθεί η Αριστερά αν αποποιηθεί ένα σημαντικό μέρος της επαναστατικής της κληρονομιάς; Τι απομένει από τον σοσιαλισμό αν ο Λένιν δεν έχει μια θέση στην ιστορία του; Καταθέτω επτά λόγους για τους οποίους δεν πρέπει να παραδώσουμε τον Λένιν στους εχθρούς του.

  1. Η εναντίωση του Λένιν στον πόλεμο

Η πορεία του Λένιν μέχρι να γίνει η προσωπικότητα που θα άλλαζε την πορεία της ιστορίας άρχισε με την κατηγορηματική εναντίωση του στον Α’ Παγκόσμιο Πολέμο (μαζί με ελάχιστα άλλα πολιτικά πρόσωπα, όπως ο Καρλ Λίμπκνεχτ και η Ρόζα Λούξεμπουργκ), και την έκκληση που έκανε στους στρατιώτες να στρέψουν τα όπλα τους ενάντια στον κύριο εχθρό τους, την άρχουσα τάξη. Αυτή η αντιπολεμική στάση του ήταν ακλόνητη και αδιαπραγμάτευτη. Ο Λένιν είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο συγκεκριμένος πόλεμος θα μπορούσε να λήξει μόνο με έναν επαναστατικό εμφύλιο πόλεμο. Δεν ήθελε να χαλιναγωγήσει τις πολιτικές της άρχουσας τάξης, αλλά να τις πολεμήσει κατά μέτωπο.

Η εναντίωση στον πόλεμο αφορούσε την ουσία του και όχι τη συγκεκριμένη αιτία ή το έναυσμά του. Ο Λένιν αντιμετώπιζε πάντοτε τις διαφορές και τις αντιφάσεις του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου από τη σκοπιά της σημασίας που είχε η άρνηση του πολέμου. Επιδίωκε επίμονα να οξύνει αυτές τις αντιφάσεις, θεωρώντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να ανοίξει ο δρόμος για την επανάσταση. Κατά την διάρκεια αυτής της διαδικασίας, επιδίωξε επίσης να δημιουργήσει περιθώρια συμβιβασμών στη βάση μιας ανεξάρτητης, αριστερής αντιπολεμικής θέσης.

Ο Λένιν πίστευε ότι η σταθερότητα σε κάποιες αρχές δεν είναι αντίθετη στην ευελιξία, αλλά ότι αντίθετα πρόκειται για τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Αποτέλεσμα αυτής της θέσης του ήταν η ειρηνευτική συμφωνία με την αυτοκρατορική Γερμανία και η πολιτική της ειρηνικής συνύπαρξης μετά το 1921. Η άρνηση εκ μέρους του τού πολέμου εξαρτιόταν από την χρησιμότητά του για την άσκηση μιας επαναστατικής πολιτικής και ο ίδιος μπορούσε εύκολα να μετατραπεί σε υπέρμαχο μεταρρυθμίσεων και συμβιβασμών, αρκεί να θεωρούσε ότι αυτό θα συνέβαλε στην επικράτηση του σοσιαλισμού.

  1. Η διαλεκτική του Λένιν

Η Δεύτερη Διεθνής υποτίμησε τη διαλεκτική. Υποτάχθηκε στην ιδεολογία της εξελικτικής προόδου και στάθηκε ανίκανη να συλλάβει την έννοια των ρήξεων. Η αναγωγή του μαρξισμού σε θεωρία στήριξης των «οικουμενικών αξιών» εμπόδισε τα κόμματα που ανήκαν σ’ αυτήν να συνειδητοποιήσουν τη συμβολή που μπορεί να έχει ένα επιμέρους συμβάν στην απόδραση από την οικουμενική φυλακή της σύμπλευσης με τον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό.

Ο Λένιν ανακάλυψε την πηγή της επαναστατικής κομμουνιστικής προσέγγισης των Μαρξ και Ένγκελς από την αλληλογραφία τους που δημοσιεύτηκε πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτός ήταν ο λόγος που αξιοποίησε τους πρώτους μήνες της εξορίας του στην Ελβετία, όταν αναγκαστικά απείχε από κάθε μορφής δράση, μελετώντας τη διαλεκτική στην πηγή της – στο πιο δύσκολο θεωρητικό έργο του Χέγκελ, την Επιστήμη της Λογικής. Ο Λένιν κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν η εξέλιξη αυτή που έπαιζε τον κεντρικό ρόλο αλλά τα «άλματα», τα οποία ξαφνικά θέτουν τα πάντα επί τάπητος. Ανακάλυψε ξανά τον Χέγκελ ως επαναστατικό στοχαστή της Αριστεράς.

Από τα πολλά στοιχεία που αποκόμισε ο Λένιν από αυτή την εμπειρία, παραθέτω εδώ ένα:«τη μετατροπή του ατομικού σε καθολικό, του τυχαίου σε αναγκαίο, τις μεταβάσεις, τις μεταβολές και την αμοιβαία σύνδεση των αντιθέτων». Για να χαράξουμε μια πειστική αριστερή πολιτική, δεν αρκεί να έχουμε δίκιο στο «οικουμενικό» πεδίο- αντίθετα, το ζητούμενο είναι να δραστηριοποιούμαστε με αποφασιστικότητα για εκείνο το επιμέρους ζήτημα που συγκινεί ειδικότερα τις μάζες κάποια συγκεκριμένη στιγμή, με στόχο να μπορέσουμε να εφαρμόσουμε μια παρεμβατική, αριστερή πολιτική. Όποιος αποτυγχάνει σε αυτή την επί μέρους περίπτωση, αποτυγχάνει και στο «οικουμενικό» πεδίο, και ό,τι κάνει είναι άνευ σημασίας.

Ο Λένιν συνόψισε το σημαντικότερο μάθημα που πήρε από τη μελέτη της διαλεκτικής στην ανάλυσή του για την κοσμοϊστορική σημασία της εξέγερσης του Πάσχα του 1916 στην Ιρλανδία ως εξής:

«Η σκέψη ότι η κοινωνική επανάσταση είναι εφικτή χωρίς εξεγέρσεις των μικρών εθνών στις αποικίες και στην Ευρώπη, χωρίς επαναστατικά ξεσπάσματα από ένα τμήμα της μικροαστικής τάξης με όλες τις προκαταλήψεις της, χωρίς ένα κίνημα των πολιτικά μη συνειδητοποιημένων προλεταριακών και ημιπρολεταριακών μαζών ενάντια στην καταπίεση από τους γαιοκτήμονες, την εκκλησία και τη μοναρχία, ενάντια στην εθνική καταπίεση κ.λπ. – η σκέψη ότι όλα αυτά δεν έχουν σημασία σημαίνει την απάρνηση της κοινωνικής επανάστασης. … Όποιος περιμένει μια «καθαρή» κοινωνική επανάσταση δεν θα τη συναντήσει ποτέ στη ζωή του. Υπόσχεται την επανάσταση χωρίς να κατανοεί τι είναι η επανάσταση».

Μία από τις ασθένειες της Αριστεράς είναι ότι δεν καταφέρνει να ασχοληθεί με τις πραγματικές αντιφάσεις της πραγματικής εργατικής τάξης στις πραγματικές σχέσεις της ιμπεριαλιστικής παγκόσμιας τάξης και του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Αυτή η δέσμευση μας υποχρεώνει να ασχολούμαστε με τις εθνικές, εθνοτικές και πατριαρχικές «προκαταλήψεις», οι οποίες αναπτύσσονται στο εσωτερικό της εργατικής τάξης, προκειμένου να αντλούμε ενέργεια για μια αριστερή πολιτική ακόμη και μέσα από αυτές τις «προσμίξεις». Μόνο αν το καταφέρουμε αυτό θα μπορέσουμε να ταξιδεύσουμε κόντρα στον καιρό σε αυτούς τους ιμπεριαλιστικούς καιρούς.

  1. Η ανάλυση του Λένιν που άφησε εποχή

Οι ελλιπείς ή λανθασμένες διαγνώσεις της ιστορικής στιγμής είναι μια συνήθης κριτική που ασκείται στην Αριστερά προκειμένου να εξηγηθεί η αδυναμία της. Δεν λείπουν αυτές οι διαγνώσεις. Αυτό που σίγουρα μας λείπει είναι εκείνες οι ιστορικές διαγνώσεις οι οποίες βασίζονται σε στρατηγικά ερωτήματα που οδηγούν σε σαφή συμπεράσματα χρήσιμα για μια αριστερή στρατηγική. Πολύ συχνά, η καθαρότητα της κριτικής στον καπιταλισμό καπιταλισμού συνοδεύεται από μια προσπάθεια να αποφεύγεται η αναφορά στις «μη καθαρές» επιπτώσεις που έχουν οι υπάρχουσες σχέσεις στο εσωτερικό των εργατικών τάξεων. Αυτός είναι ο λόγος που τέτοιου τύπου αναλύσεις είναι στείρες.

Στη σύντομη περίοδο μεταξύ του τέλους του 1914 και του 1916, ο Λένιν όχι μόνο έγραψε το βιβλίο Ιμπεριαλισμός, το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, αλλά ασχολήθηκε για άλλη μια φορά με το αγροτικό ζήτημα, καθώς θεωρούσε τη συμπεριφορά της αγροτιάς ως το πιο κρίσιμο ζήτημα μιας μελλοντικής επανάστασης. Συνέκρινε την αμερικανική διαδικασία της καπιταλιστικής αγροτικής ανάπτυξης με την αντίστοιχη της Πρωσίας, γιατί πίστευε ότι οι αγρότες θα έπρεπε να ξέρουν τις πιθανές καταστάσεις που θα αντιμετώπιζαν σε μια επανάσταση.

Την ίδια περίοδο μελέτησε το περίπλοκο εθνικό ζήτημα σε συνθήκες ιμπεριαλισμού, επειδή πίστευε ότι μια επανάσταση θα μπορούσε να είναι νικηφόρα μόνο αν κατάφερνε να αξιοποιήσει την ένταση του εθνικού ζητήματος και να το εξηγήσει χωρίς να υποκύψει σε αυτό. Ως εκ τούτου, έστρεψε την προσοχή του όχι τόσο στο οργανωμένο προλεταριάτο (την επαναστατική προδιάθεση του οποίου θεωρούσε προφανή) όσο στους αγρότες, στους εθνικιστές μικροαστούς και στα αντιαποικιακά κινήματα. Το ενδιαφέρον του στράφηκε όχι τόσο στα ταξικά όρια αυτών των δυνάμεων, αλλά – πέρα από κάθε σεχταρισμό – στις δυνατότητές τους να μετασχηματίσουν την κοινωνία.

Με άλλα λόγια ήθελε να ξέρει ποιες ήταν οι κυρίαρχες τάσεις σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ποια σενάρια ήταν ρεαλιστικά, σε ποια σημεία ήταν πιθανότερο να υπάρξουν ρήξεις στο κυρίαρχο σύστημα, ποιες ήταν οι δυνατότητες για τη δημιουργία ισχυρών συμμαχιών ακόμη και αν οι επαναστατικές δυνάμεις ήταν αδύναμες, προκειμένου να παρεμβαίνουν σε καταστάσεις που δεν είχαν κριθεί, και τι έπρεπε να γίνει στη συνέχεια. Η ενασχόληση του Λένιν, στον απόηχο του 1914, με αυτά τα θέματα είχε ως αποτέλεσμα να είναι περισσότερο προετοιμασμένος από οποιονδήποτε άλλον στην Αριστερά για τις επαναστατικές συνθήκες της περιόδου 1917-1919. Αυτά είναι θέματα τα οποία θα έπρεπε να απασχολούν και σήμερα την Αριστερά.

  1. Το όραμα του Λένιν και το άμεσο πρόγραμμα δράσης

Ο Λένιν έγραψε το Κράτος και Επανάσταση όταν ήταν εξόριστος στη Φινλανδία, μέσα στη φρίκη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και στις ραγδαίες πολιτικές αλλαγές που πραγματοποιούνταν στη Ρωσία μετά την Επανάσταση του Φεβρουαρίου, ενώ παράλληλα αντιμετώπιζε διώξεις ως δήθεν έμμισθος πράκτορας της Γερμανίας και ταυτόχρονα συμμετείχε άμεσα στις προετοιμασίες για την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας από τους μπολσεβίκους.

Είχε ήδη συγκεντρώσει προσεκτικά όλα τα γραπτά του Μαρξ και του Ένγκελς που κατάφερε να βρει τα οποία αναφέρονταν στη μελλοντική κομμουνιστική κοινωνία, και τα προστάτευε με κίνδυνο της ζωής του. Ο στόχος του δεν ήταν άλλος από την επαναφορά στις νέες συνθήκες του μαρξικού κομμουνισμού ως οδηγού για την άσκηση πολιτικής μετά την επιτυχία της επανάστασης.

Στο Κράτος και Επανάσταση, η ιδέα της άμεσης αυτοδιαχείρισης της κοινωνίας από τα κάτω από τους ένοπλους εργάτες και ο άμεσος έλεγχος της οικονομίας από τους εργάτες στα εργοστάσια έρχεται σε σύγκρουση με το όραμα της απόλυτης συγκεντροποίησης της εξουσίας στα χέρια της εργατικής τάξης. Λες και την πένα του Λένιν κρατούσαν μαζί ο Μπακούνιν και Μαρξ. Αυτό είχε μια δόση αλήθειας δεδομένου ότι στην ανάλυσή του για την Παρισινή Κομμούνα, ο ίδιος ο Μαρξ είχε υιοθετήσει πολλές αναρχικές ιδέες, και επιπλέον επειδή τόσο αυτός όσο και ο Ένγκελς θεωρούσαν ότι σε μια νικηφόρα επανάσταση το κράτος θα μαράζωνε, αφού θα υπήρχε όλο και μεγαλύτερη σύγκλιση των κοινωνικών και των ατομικών συμφερόντων. Δεν είναι τυχαίο ότι στο έργο του Λένιν (όπως προηγουμένως και σε εκείνο του Μαρξ), το όραμα του ελεύθερου συνεταιρίζεσθαι και της οργάνωσης ολόκληρης της κοινωνίας ως ένα τεράστιο διοικητικό εγχείρημα πήγαιναν χέρι-χέρι.

Γράφοντας το Κράτος και Επανάσταση, ο Λένιν αξιοποίησε τις συζητήσεις που γίνονταν για την πολεμική οικονομία και τις γνώσεις του για τον σχεδιασμό και την οργάνωση της οικονομίας που είχε αποκτήσει από τη μελέτη της συμμαχίας μεταξύ των μονοπωλίων και του κράτους, προκειμένου να εκπονήσει ένα πρόγραμμα για τη σταθεροποίηση της ρωσικής οικονομίας με τη δημιουργία μιας μορφής κρατικού καπιταλισμού υπό την ηγεσία μιας επαναστατικής κυβέρνησης. Αυτό ήταν το πρόγραμμα που εφάρμοσε το 1918 και στο οποίο επέστρεψε το 1921 με τη μετάβαση στη Νέα Οικονομική Πολιτική η οποία διήρκεσε μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1920.

Τα οραματικά σχέδια του Λένιν ήταν σε μεγάλο βαθμό αντικρουόμενα μεταξύ τους, και το άμεσο πρόγραμμά του δεν συνδεόταν οργανικά με αυτά. Αυτό του επέτρεπε να μετακινείται, σχεδόν εντελώς αυθαίρετα, από την πιο σκληρή δικτατορία στην πιο ριζοσπαστική δημοκρατία, από την άμεση κατάργηση των αγορών στη θέσπιση νομοθεσίας και στην επιβολή μέτρων για την εδραίωσή τους. Έτσι, τόσο ο πολεμικός κομμουνισμός όσο και ο κρατικός καπιταλισμός μπορούσαν να νομιμοποιούνται ως σοσιαλιστικές πολιτικές. Τα πάντα εξαρτιόνταν από τον ισχύοντα συσχετισμό δυνάμεων και τις πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονταν. Αυτό ήταν υπερβολικά αυθαίρετο για την άσκηση μιας αριστερής πολιτικής με διάρκεια.

  1. Το Κόμμα του Λένιν

Ασφαλώς από την ίδρυση της εφημερίδας Ίσκρα (Η Σπίθα) το 1900, κεντρικό μέλημα του Λένιν ήταν η δημιουργία ενός κόμματος επαγγελματιών επαναστατών που θα μπορούσε να συνδυάζει τον αγώνα για τα οικονομικά συμφέροντα των εργατών με τον πολιτικό αγώνα για την πτώση του τσαρικού καθεστώτος.

Στο προγραμματικό του έργο Τι να κάνουμε; δηλώνει με σαφήνεια: «Δώστε μας μια οργάνωση επαναστατών και θα φέρουμε τα πάνω κάτω στη Ρωσία !» Αυτή η γραμμή ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της προσωπικής του επαχθούς εμπειρίας από την αδυναμία του να εκπαιδεύσει και να διαπαιδαγωγήσει τους εργάτες, τους οποίους δεν κατάφερε να πείσει ότι η διάκριση μεταξύ του αγώνα για οικονομικά αιτήματα και του πολιτικού αγώνα έπρεπε να ξεπεραστεί. Ο Λένιν θέλοντας να ξεφύγει από αυτή την «πρωτόγονη κατάσταση», όπως την αποκαλούσε υποτιμητικά, επεξεργάστηκε την ιδέα του «κόμματος νέου τύπου»:

«Χωρίς μια τέτοια οργάνωση το προλεταριάτο δεν θα μπορέσει ποτέ να εξελιχθεί σε ένα υποκείμενο συνειδητής ταξικής πάλης∙ χωρίς μια τέτοια οργάνωση το κίνημα της εργατικής τάξης είναι καταδικασμένο στην αποτυχία. Στηριζόμενη μόνο στα απεργιακά ταμεία, στους κύκλους μελέτης και στους συλλόγους αλληλοβοήθειας, η εργατική τάξη δεν θα μπορέσει ποτέ να εκπληρώσει τη μεγάλη ιστορική της αποστολή – να χειραφετηθεί η ίδια και να απελευθερώσει όλο το ρωσικό λαό από την πολιτική και οικονομική σκλαβιά. Δεν υπήρξε ούτε μία τάξη στην ιστορία που να κατέκτησε την εξουσία χωρίς να έχει αναδείξει τους δικούς της πολιτικούς ηγέτες, τους διακεκριμένους εκπροσώπους της που να μπορούν να οργανώσουν ένα κίνημα και να το καθοδηγήσουν».

Ποιες είναι εκείνες οι οργανωτικές μορφές που μπορούν να συμβάλουν στην επιτυχία των αγώνων οι οποίοι συνδέουν τα οικολογικά και κοινωνικά ζητήματα με τον ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό, οι οποίοι συνδυάζουν τα οικονομικά αιτήματα με τη μακροπρόθεσμη οικονομική αναδιάρθρωση, οι οποίοι επιβάλλουν προληπτικές ειρηνευτικές πολιτικές, προστατεύοντας ταυτόχρονα την κοινή ασφάλεια, και οι οποίοι συμβάλλουν με αξιόπιστο τρόπο στην υλοποίηση των στόχων του ΟΗΕ για την παγκόσμια βιώσιμη ανάπτυξη; Ένα πράγμα είναι βέβαιο: χωρίς τέτοιου είδους οργανωτικές μορφές, δεν θα μπορέσουμε να ανατρέψουμε τον καπιταλισμό της καταστροφής. Σε αντίθετη περίπτωση είμαστε καταδικασμένοι να κατρακυλήσουμε σε μια κατάσταση απροκάλυπτης βαρβαρότητας.

  1. Ο αγώνας του Λένιν για την κατάκτηση της εξουσίας

Ιδιαίτερα στη σημερινή περίοδο, η Αριστερά πρέπει να γνωρίζει καλά τι σημαίνει αδυναμία. Οδηγεί σε διασπάσεις και σε φθορά, και σε ένα βαθύ αίσθημα ανικανότητας να αντιμετωπίσουμε τις ολοένα αυξανόμενες απειλές με κίνδυνο να βρεθούμε σε μια κατάσταση απροκάλυπτης βαρβαρότητας.

Η εξουσία είναι μια μορφή αποπλάνησης, αλλά χωρίς αυτήν το μόνο που μπορούμε να έχουμε είναι προθέσεις κενές περιεχομένου. Το 1920, η Κλάρα Τσέτκιν αναφέρθηκε σε ένα σχόλιο που είχε κάνει η Ρόζα Λούξεμπουργκ για τον Λένιν, το 1907:

«Κοιτάξτε τον καλά. Αυτός είναι ο Λένιν. Παρατηρήστε το θεληματικό, πεισματάρικο κεφάλι του. Ένα πραγματικά ρωσικό χωριάτικο κεφάλι με μερικές αχνές ασιατικές γραμμές. Αυτός ο άνθρωπος θα προσπαθήσει να αναποδογυρίζει βουνά. Ίσως αυτά τον καταπλακώσουν. Αλλά δεν θα υποχωρήσει ποτέ».

Ο Λένιν οδήγησε τη σοσιαλιστική Αριστερά στην εξουσία, κάτι πρωτόγνωρο γι’ αυτήν μέχρι τότε. Αφ’ ότου την κατέκτησε και προκειμένου να την διασφαλίσει υπήρξε συχνά αδίστακτος υποτάσσοντας τα πάντα σε αυτόν τον στόχο. Οι προσπάθειές του να αποτρέψει την κατάχρηση αυτής της εξουσίας από τον Στάλιν και να συμβάλλει στη δημιουργία δυνάμεων που θα μπορούσαν να την εμποδίσουν καθυστέρησαν πολύ. Λόγω και της εξασθένισής του από την ανίατη ασθένειά του, αυτές οι προσπάθειες ήταν μάταιες. Τα τελευταία λόγια που υπαγόρευσε στη γραμματέα του ο ίδιος [προκειμένου να διαβαστούν στο συνέδριο του κόμματος], δηλαδή η πολιτική διαθήκη του, πιστοποιούν την αποτυχία του να αντιμετωπίσει τις δυνάμεις της ανεξέλεγκτης κυριαρχίας, εκείνες τις δυνάμεις που ο ίδιος είχε υποθάλψει κατά τη διάρκεια του αγώνα του για την κατάληψη της εξουσίας από το Μπολσεβίκικο Κόμμα.

  1. Η αποτυχία του Λένιν είναι η δική μας συλλογική αποτυχία

Η κρίση του καπιταλιστικού φιλελεύθερου πολιτισμού είναι πλέον οργανική και καθολική. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, και προκειμένου να υπάρξει ένα τέλος σε αυτή την κατάσταση αέναης καταστροφής, είναι καιρός να κοιτάξουμε προς τα πίσω και, όπως έλεγε ο Βαλτερ Μπένγιαμιν, «να ετοιμάσουμε ένα συμπόσιο για το παρελθόν», ώστε να μπορέσουμε μετά να στραφούμε προς το μέλλον.

Το τεράστιο ιστορικό αποτύπωμα του Λένιν δεν μπορεί να διαχωριστεί από την αποτυχία του να δημιουργήσει ένα πολιτικό σύστημα που να σέβεται την ελευθερία του ατόμου και να προάγει τη γνώση, αντί να τα θυσιάσει όλα αυτά στο βωμό τού απόλυτουαγώνα για την εξουσία. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Λένιν προσπάθησε να διορθώσει αυτό το λάθος. Τα γραπτά του τού 1922 και των αρχών του 1923, πριν χάσει την ικανότητά του μιλάει [λόγω του εγκεφαλικού επεισοδίου που υπέστη], ήταν νέες ερευνητικές αναζητήσεις ευρέων οριζόντων.

Επί Στάλιν, κατά την διάρκεια της Μεγάλης Τρομοκρατίας, αυτές οι αναζητήσεις εξανεμίστηκαν, για να αναβιώσουν στη συνέχεια επί Χρουστσόφ και αργότερα επί Γκορμπατσόφ. Στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, δεν σταμάτησαν ποτέ. Ξεκίνησαν την περίοδο του εμφυλίου πολέμου, συνεχίστηκαν στη δεκαετία του 1950 και στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και εξακολουθούν να πραγματοποιούνται χωρίς διακοπή από το 1978, δείχνοντας ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος ένα κόμμα καθοδηγούμενο από την παράδοση του Λένιν να μην τα καταφέρει να ανανεωθεί.

Μπορούμε να πάρουμε μαθήματα από την ιστορία μόνο αν προσκαλέσουμε σε τραπέζι τους συντρόφους και τις συντρόφισσες που αναζήτησαν τρόπους χειραφέτησης της ανθρωπότητας πολύ πριν από εμάς, και να τους ζητήσουμε να μας μιλήσουν για τις μεγάλες τους προσπάθειες, αλλά και για τις αποτυχίες τους. Σε αυτό το τραπέζι υπάρχει θέση και για τον Λένιν. Αν δεν καταφέρουμε να αξιολογήσουμε το έργο του με δίκαιο τρόπο δεν έχουμε μέλλον.

Ψάχνοντας μια διέξοδο

Σε μια εποχή που οι κυρίαρχες τάξεις στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ είναι όλο και πιο ανίκανες να ασκήσουν την πολιτική τους, που οι καταστροφές είναι όλο και πιο συχνές, που η εμπιστοσύνη των πολιτών στη διαχείριση των κυρίαρχων τάξεων και στους θεσμούς της αστικής-καπιταλιστικής οικονομίας και δημοκρατίας έχει εξαντληθεί, που το πνεύμα των καιρών παύει να απηχεί το πνεύμα της άρχουσας τάξης, ίσως έχει έρθει η ώρα της «σταθερής, εκ πρώτης όψεως βίαιης μέγγενης» που αναζητούσε ο Μπένγιαμιν, για την οποία ο Λένιν ήταν ικανός όσο λίγοι άλλοι αριστεροί πολιτικοί.

Ακριβώς όπως συνέβαινε τα χρόνια πριν από το 1933, όταν υπήρχε μια παρόμοια βαθιά κρίση του φιλελεύθερου πολιτισμού, σήμερα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μία επιλογή ανάμεσα στον φασισμό και τον σοσιαλισμό. Ο Καρλ Πολάνυι έγραφε σχετικά με αυτό το θέμα το 1934:

«Ο φασισμός είναι εκείνη η μορφή επαναστατικής λύσης [για την αντιμετώπιση της κρίσης του φιλελεύθερου πολιτισμού] που αφήνει ανέγγιχτο τον καπιταλισμό… Προφανώς, υπάρχει και άλλη λύση. Είναι η διατήρηση της Δημοκρατίας και η κατάργηση του Καπιταλισμού. Αυτή είναι η σοσιαλιστική λύση».

Αλλά για να γίνει αυτό, ο σοσιαλισμός πρέπει να επανιδρυθεί – σε διανοητικό, πολιτικό και οργανωτικό επίπεδο. Αυτό είναι αδύνατο να συμβεί αν η υπαρκτή ιστορία του σοσιαλισμού και η κληρονομιά του Λένιν δεν ενσωματωθούν σε αυτόν τον νέο σοσιαλισμό.

Όταν κατέρρεε το σύστημα του κρατικού σοσιαλισμού στη Βουλγαρία, ο αντάρτης, κομμουνιστής και συγγραφέας Ανζέλ Βάγκενσταϊν έκανε την ακόλουθη παρατήρηση απευθυνόμενος στο κόμμα του:

«Πιστεύω ότι ο σοσιαλισμός είναι ένα ανθρωπιστικό εγχείρημα, το πιο σημαντικό εγχείρημα του παγκόσμιου πολιτισμού από την έλευση του Χριστιανισμού. … Θα δούμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Ο Ιησούς Χριστός δεν ήξερε ποτέ – άλλωστε δεν ήταν χριστιανός – πώς θα εξελισσόταν ο χριστιανισμός τον 3ο αιώνα ή στα σκοτεινά βάθη του μεσαίωνα. Η Ιερά Εξέταση ήταν το γκουλάγκ του χριστιανισμού. Και ο χριστιανισμός είχε το γκουλάγκ του, για την ακρίβεια είχε πολλά γκουλάγκ. Δεν είμαι προφήτης όσον αφορά το μέλλον του σοσιαλισμού. Ξέρω μόνο ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος για την ανθρωπότητα. Δεν υπάρχει άλλη διέξοδος».

Όμως, το αν και πώς θα βρεθεί αυτή η διέξοδος θα εξαρτηθεί και από τον τρόπο με τον οποίο οι αριστεροί αντιμετωπίζουν τον Λένιν και την κληρονομιά του.

Μετάφραση: Χάρης Γολέμης

Βιβλιογραφία

Benjamin, Walter (2006a): On the Concept of History. In: Selected Writings, Volume 4: 1938-1940. Cambridge: First Harvard University Press, 389–400.

Benjamin, Walter (2006b): Central Park. In: Selected Writings, Volume 4: 1938-1940. Cambridge: First Harvard University Press, 161–199.

Camus, Albert (1961): Bread and Freedom. In: Resistance, Rebellion, and Death. New York: Alfred A. Knopf, 87–97.

Lenin, Vladimir I. (1915): On the Question of Dialectics. In: Collected Works, Volume 38. Moscow: Progress Publishers, 355–361.

Lenin, Vladimir I. (1916): The Discussion on Self-Determination Summed-Up. In: Collected Works, Volume 22. Moscow: Progress Publishers, 320–360.

Lenin, Vladimir I. (1960a): What is to be done? Burning Questions of Our Movement. In: Collected Works, Volume 5. Moscow: Progress Publishers, 347–530.

Lenin, Vladimir I. (1960b): The urgent task of our movement. In: Collected Works, Volume 4. Moscow: Progress Publishers, 366–371.

Luxemburg, Rosa (1918): A Duty of Honor. Rosa-Luxemburg-Stiftung. Text abrufbar unter: https://www.rosalux.de/stiftung/historisches-zentrum/rosa-luxemburg/a-duty-of-honor (Zugriff am 13.5.2020).

Polanyi, Karl (2018): Fascism and Marxian Terminology. In: Thomasberger, Claus/Cangiani, Michele (Hrsg.), Economy and Society. Selected Writings. Cambridge: Polity, 125–134.

Reisberg, Arnold (1977): Lenin – Dokumente seines Lebens 1870 – 1924. Band 1. Leipzig: Reclam Leipzig.

Vollmer, Antje/Wenzel, Hans-Eckardt (2019): Konrad Wolf. Chronist im Jahrhundert der Extreme. Berlin: Die Andere Bibliothek.

https://www.epohi.gr/article/49019/epta-logoi-gia-na-mhn-paradosoyme-ton-lenin-stoys-ehthroys-mas

Leave a Reply