Νομίζω πρώτη φορά στο τέλος της δεκαετίας του 80 διάβασα, φοιτητής όντας, ένα άρθρο του Λεωνίδα στα Ιστορικά. Ήταν καλοκαίρι, διακοπές στη Λέρο εκεί και θυμάμαι πάντα τη καζούρα των φίλων μου για το άρθρο και τον απίθανο αυτό τύπο που έγραφε για το βαμβάκι στον αμερικάνικο εμφύλιο. Πέρασαν λίγα χρόνια και το βιβλίο του για τον Γκυστάβ Φλουράνς, ένα βιβλίο που αγαπώ πολύ, ήταν το πρώτο που επέλεξα για να βιβλιοκρίνω στην Ελευθεροτυπία. Καθώς ήθελα να κάνω το κείμενο πιο εντυπωσιακό θυμάμαι ότι είχα βάλει ως μότο ένα δίστιχο του Μάνου Ελευθερίου από τον Άγιο Φεβρουάριο:
“Απ’ τα μισά του μήνα Μάρτη στον κόσμο ετούτο είναι φορές
που πάει κανείς και δίχως χάρτη”.
Σκέφτομαι τώρα, που ξέρω τον Λεωνίδα τόσα χρόνια, ότι ήταν το πιο αταίριαστο για εκείνον δίστιχο. Γιατί ο Λεωνίδας και όλα αυτά τα χρόνια πλοηγήθηκε με πολλούς χάρτες ενώ είχε πάντα μια πολύ σταθερή πυξίδα. Την συμμετοχή του στο αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα, τα βιώματα αλλά και τις αξίες που του καλλιέργησε.
Είναι πολύ δύσκολο να ιστορικοποιείς αυτά που έχεις ζήσει. Είναι πολύ δύσκολο ειδικά όταν είσαι επαγγελματίας ιστορικός να μετατρέπεις τα βιώματά σου σε ιστορική αφήγηση, όταν μάλιστα έχουν το βάρος όσων έζησε ο συγγραφέας μας. Με αυτή την έννοια δεν τον κατηγορώ που μας έσκασε μέχρι να βγάλει αυτό το βιβλίο. Και δεν το λέω μόνο για την πολύχρονη έρευνα που χρειάστηκε., Αλλά για τον χρόνο που απαιτήθηκε για να επωαστεί όλο αυτό ώστε να βγει όπως η Αθηνά από το κεφάλι του Δια, μπορώ για αυτό να σας διαβεβαιώσω καθώς χρειάστηκε τελικά τρεις μήνες για να γραφτεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Λεωνίδας δεν είχε ως τώρα στραφεί προς την περίοδο. Το άρθρο του για το ροκ, η εξαιρετική δουλειά του για τα πολιτιστικά στέκια στην περίοδο της δικτατορίας, η μελέτη του για την Υποδιεύθυνση Ασφαλείας και βέβαια η διδασκαλία του στα μεταπτυχιακά που έκαναν τα ΑΣΚΙ και το ΙΙΕ, μπορώ να θυμηθώ τις ατέλειωτες κουβέντες με κάποιον που μας λείπει απόψε πολύ, τον Ηλία Νικολακόπουλο. Και βέβαια η έρευνα του για τους νεκρούς του Πολυτεχνείου, το σημαντικότερο προανάκρουσμα για αυτό το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα. Κι εδώ, στην τελευταία, νομίζω βρίσκεται η ιδιοφυία του συγγραφέα. Η απόφασή του να μιλήσει για αυτά που ο ίδιος έζησε, αλλά στρέφοντας το φακό του όχι προς τα μέσα, αλλά προς τα έξω συμβολικά και πραγματικά.
Το βιβλίο του Καλιβρεττάκη μας δίνειι μια νέα εικόνα για την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Μια εικόνα η οποία ανατρέπει πολλά από όσα λέγαμε ή έρχεται να τεκμηριώσει κάποια από όσα υποψιαζόμαστε. Είναι προιόν μια πολύμοχθης έρευνας, χιλιάδες σελίδες δικογραφιών αλλά και μιας εμμονικής σχεδόν αναζήτησης των μαρτύρων. Και είναι μια μελέτη εξόχως τεκμηριωμένη, δίκαια νομίζω αποκαλώ τον Λεωνίδα, τον Ράνκε της γενιάς του. Ο συγγραφέας αποφάσισε να δώσει στο βιβλίο την μορφή ενός χρονικού, αφηγείται μέρα την μέρα τι έχει συμβεί ανάμεσα στους δυο ήρωες του βιβλίου, τους απέξω και το καθεστώς σε μια σκακιέρα που είναι η ίδια η Αθήνα και το κέντρο της, ενώ οι φοιτητές, ο κρίσιμος καταλύτης είναι συνεχώς παντού παρών απών. Η αφήγηση καλύπτει και τις πέντε μέρες της εξέγερσης, δίνοντας έμφαση και στις δυο μέρες που ακολουθούν την είσοδο του τανκ. Σε αυτές τις δυο μέρες που συνήθως είναι ένα σύντομο επίμετρο στις σχετικές αφηγήσεις, ο Λεωνίδας δίνει έμφαση γιατί είναι ακριβώς αυτές οι δυο μέρες που επιβεβαιώνουν το μέγεθος της λαϊκής κινητοποίησης.
Η αφήγηση του βιβλίου είναι λιτή,γεμάτη νούμερα, ονόματα και μαρτυρίες, πολλές φορές μιας γροθιά στο στομάχι που σταδιακά πονάει όλο και πιο πολύ. Την ημέρα που διάβασα το κεφάλαιο, που είναι και το μεγαλύτερο για την Παρασκευή 17 Νοέμβρη, ο Λεωνίδας έστελνε τα κεφάλαια ένα ένα στην Αννα Μαλικιώση και σε εμένα, ομολογώ δεν μπόρεσα να κοιμηθώ. Είχα μια ανάγκη να θρηνήσω για το τόσο αίμα και την τόσο ανυπόφορη βια.
Η μεγαλύτερη διαφωνία μου με τον Λεωνίδα αφορούσε την πλήρη άρνησή του να έχει συμπεράσματα, καθώς ήθελε ο αναγνώστης, η αναγνώστρια να βγάλουν τα δικά τους. Επιτρέψτε μου λοιπόν να διατυπώσω τα δικά μου συμπεράσματα, χωρίς ελπίζω να πέφτω μακριά από τις σκέψεις του συγγραφέα.
Πρώτον. Αυτό που τεκμαίρεται από το βιβλίο του Λεωνίδα είναι ότι το Πολυτεχνείο θα μπορούσε να είναι ηαρχή μιας μεγάλης λαϊκής εξέγερσης, η οποία κατεστάλη άμα τη εμφανίσει της. Το τεκμηριώνει υποδειγματικά περιγράφοντας λεπτό προς λεπτό τις εξελίξεις τις μέρες εκείνες, το τεκμηριώνει αποδίδοντας έμφαση στις δυο επόμενες ημέρες από την καταστολή της εξέγερσης. Χιλιάδες άνθρωποι βρέθηκαν στους δρόμους στην αρχή μιας εξέγερσης που υπερέβαινε τους φοιτητές και τις φοιτήτριες. Αυτό αποτυπώνεται ανάγλυφα και στις στατιστικές που ο ίδιος κάνει αναφορικά με τους συμμετέχοντες. Εργατοτεχνίτες, ιδιωτικοί υπάλληλοι, μικροιδιοκτήτες, νοικόκυρες. Είναι απόλυτα καθαρό ότι αυτό είναι που φοβήθηκε η χούντα, αυτό θέλησε να προλάβει με αυτό το λουτρό αίματος. Κι αν αυτό λύνει το περίφημο ζήτημα των νεκρών από την άλλη θέτει ένα άλλο ζήτημα που είναι το ζήτημα της συλλογικής μνήμης, μπορεί να μας βοηθήσει καλύτερα να καταλάβουμε τη μνημονική σημασία του Πολυτεχνείου ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια μετά την χούντα.
Δεύτερον. Το κρίσιμο ερώτημα που εκ των πραγμάτων θέτει ο Λεωνίδας αφορά το γιατί αυτής της εξέγερσης. Ο ίδιος δίνει μια έμμεση απάντηση εκκινώντας από την παράθεση όλων εκείνων των χαρακτηριστικών επεισοδίων που δείχνουν τη λαϊκή αντίδραση στο καθεστώς, δείχνοντας ότι το 1973 τα γεγονότα αυτά είχαν πια πυκνώσει και παράλληλα αναδεικνύοντας τον ρόλο του φοιτητικού κινήματος και των όσων είχαν προηγηθεί με αποκορύφωμα την κατάληψη της Νομικής Σχολής και τον αντίκτυπό της στην ελληνική κοινή γνώμη. Παρόλα αυτά δεν μας επαρκούν αυτά για να δικαιολογήσουν το μέγεθος της αντίδρασης και της κινητοποίησης. Σκέφτομαι για να το αιτιολογήσω καταρχάς ότι όπως το περιγράφει και ο Λεωνίδας πρόκειται για ένα κλιμακούμενο γεγονός για μια αντίδραση η οποία αυξάνει ώρα την ώρα, μέρα τη μέρα, καθώς κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα, δημιουργεί μια υπόκωφη ένταση που το διαπερνά. Σε αυτή την κατεύθυνση είναι κρίσιμος ο ρόλος του ραδιοσταθμού, ο συνεχής διάλογος των έξω με τους μέσα, ένα κρίσιμο ζήτημα για μελέτη, η χρήση της τεχνολογίας στην υπηρεσία της εξέγερσης. Την ίδια στιγμή αυτό που συμβαίνει είναι ένα σοκ που είναι σαν να ξυπνά χιλιάδες ανθρώπους, όχι όλους και όλες όσους θα ήλπιζε κανείς αλλά πάντως έναν εντυπωσιακό αριθμό ανθρώπων που είχαν αντιδράσει ως τότε. Κρατώ μια άλλη λέξη που χρησιμοποιεί, την έννοια της αποκατάστασης της υπερηφάνειας και της αυτοπεποίθησης μέσω της ανάκτησης της αυτοεκτίμησης αυτού του σιωπηρού έως τότε κόσμου. Το Πολυτεχνείο ήταν ένα σοκ, ένα σοκ που λειτούργησε πολλαπλά.
Τρίτον. Αν κάτι τεκμηριώνει επίσης υποδειγματικά η εργασία του Λεωνίδα είναι η βία του καθεστώτος. Μια αχαλίνωτη βία που ξεχύνεται από διαφορετικούς θύλακες, δείγμα των πολλών κέντρων που λειτουργούν τη στιγμή εκείνη, των διαφορετικών φωνών που ακούγονται στο εσωτερικό του μέχρι να οργανωθεί και να αποκτήσει μια ενιαία έκφραση. Η μελέτη του Λεωνίδα αναδεικνύει όχι μόνο τη βια του καθεστώτος αλλά και την ανθρωποκτόνο διάθεσή του. Είναι χαρακτηριστική η διαπίστωσή του ότι το 58% των πυρών που προκάλεσαν τραυματισμούς των πολιτών θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί σε ανθρωποκτονίες. Από την άλλη πλευρά, είναι σοκαριστική η ανάδειξη του ρόλου της Αστυνομίας, ένας ρόλος απόλυτα κατασταλτικός και εξαιρετικά βίαιος, ένας ρόλος που εξηγεί και τα στεγανά στο εσωτερικό της, μετά και την προσχηματική αποχουντοποίηση, αλλά και την ανακούφιση που έγινε από ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας δεκτή η ενοποίηση των σωμάτων Ασφαλείας από την πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ
Με τον Λεωνίδα ανήκουμε σε διαδοχικές γενιές, θα μπορούσε να είναι ο μεγαλύτερος αδελφός μου, εκείνος που πήγε στο Πολυτεχνείο ενώ εγώ ως ο μικρός, 8 ετών, έμεινα σπίτι. Ανήκουμε όμως και οι δυο σε δυο γενιές που βαπτίστηκαν μέσα στην πολιτική, πίστεψαν στην ιδέα της πολιτικής παρέμβασης, της συλλογικής δράσης. Σκέφτομαι λοιπόν το βιβλίο του Λεωνίδα, σαν μια πολιτική πράξη, σαν μια χειρονομία προς όλους μας. Μια χειρονομία που στο δικό μου το μυαλό έρχεται να συνδεθεί με το δικαίωμα και την υποχρέωση της μνήμης. Ο Λεωνίδας έρχεται να δώσει όνομα και πρόσωπο σε όλες και όλους εκείνους που έτρεξαν μέσα σε δύσκολες ώρες να υπερασπιστούν τους φοιτητές, να υπερασπιστούν την δική τους αξιοπρέπεια και την ανάγκη για ελευθερία. Εκείνους και εκείνες που δεν ήταν οι πιο πολλοί αλλά ήταν αρκετοί για να τρομάξουν το καθεστώς. Ο Λεωνίδας μας θυμίζει ότι δεν πρέπει να ξεχαστούν και εκείνοι και εκείνες που χάθηκαν τυχαία, από τυφλές σφαίρες και χτυπήματα. Να μην ξεχαστούν ως η μεγαλύτερη απόδειξη της αυταρχικότητας του τυρρανικού καθεστώτος, της απάνθρωπης βίας που το χαρακτήριζε. Μετά το βιβλίο του Λεωνίδα δεν νομίζω ότι κανείς μπορεί να υποστηρίξει κάτι άλλο για τη επταετή χούντα, δεν μπορεί να ανεχθεί όλες αυτές τις γελοιότητες για τον ειρηνικό χαρακτήρα του ή να υποστηρίξει ότι θα μπορούσε πραγματικά η χώρα να έχει πάει σε μια μετάβαση τύπου Ισπανίας
50 χρόνια μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, το βιβλίο του Λεωνίδα αποτελεί κατά τη γνώμη μου τον καλύτερο τρόπο για να θυμηθούμε αυτή την τόσο σημαντική επέτειο. Σε μια στιγμή που η ελληνική πολιτεία δεν διοργάνωσε ούτε μια μικρή εκδήλωση για να τιμήσει την επέτειο, το βιβλίο του Λεωνίδα με κάνει περήφανο γιατί μου θυμίζει ότι η ιστορική γραφή μπορεί να υπηρετεί την ελευθερία και τη δημοκρατία, πράγμα καθόλου αυτονόητο και ότι η δουλειά των ιστορικών, για να θυμηθώ έναν κοινό μας δάσκαλο με τον Λεωνίδα, είναι να μαζεύουν στάλα στάλα το λαδάκι που χρειάζεται για να είναι αναμμένο το καντήλι εκείνων που αλλιώς θα ξεχνιόντουσαν στο πέρασμα του καιρού.





Leave a Reply