Μιχάλης Λυμπεράτος
Επειδή πάλι θα μας πρήξουν, τις μέρες αυτές, με τον «ήρωα» αυτόν, πρέπει να σημειωθεί εξυπαρχής ότι η μεταπολεμική κυρίαρχη ιδεολογία χρειάστηκε για δεκαετίες επιτακτικά μια απόδειξη που να επιβεβαιώνει τον πατριωτισμό του Έλληνα εθνικιστή την περίοδο που αυτός χρειαζόταν περισσότερο, όταν οι Έλληνες κινδύνευαν με καθολικό εξανδραποδισμό και πραγματικό εθνικό ακρωτηριασμό, στενάζοντας υπό τον φασιστικό ζυγό. Δεδομένου ότι ενώ ο ταξικός αντίπαλος και η Αριστερά είχε να επιδείξει χιλιάδες αποδείξεις για την αντίσταση απέναντι στον κατακτητή οι «Έλληνες εθνικιστές» παντός τύπου δεν είχαν να δείξουν τίποτε. Είχαν μόνο τον Ζέρβα, τον ΕΔΕΣ και κάτι οργανώσεις τύπου ΠΑΟ που, πέραν της συστηματικής συνεργασίας τους με τους κατακτητές, αποτελούσαν ένα πολύ περιορισμένο φαινόμενο (η μεγαλύτερη αντιστασιακή οργάνωση της Δεξιάς ο ΕΔΕΣ δεν ξεπέρασε ποτέ τα 5.000 ενεργά μέλη στην καλύτερη περίπτωση και αναπτύχθηκε μόνο σε ένα τμήμα της Ηπείρου (ν, Άρτης).
Πώς λοιπόν θα δικαιολογηθεί ότι οι «εθνικιστές» υπερπατριώτες είχαν μια αμελητέα παρουσία στον εθνικό αγώνα κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ιδίως όταν ο κοινωνικός τους εχθρός έδινε πλήρως αξιόπιστες πληροφορίες, για παράδειγμα μέσω του Αρχείου της ΕΠΟΝ, ότι μόνο η νεολαία του διέθετε 700.000 μέλη και χιλιάδες ενόπλους νέους; Έτσι, ο «εθνικός κορμός» για να αποφύγει τους χλευασμούς ότι μόνο ρητορικά επέδειξε εθνικό πνεύμα ανέπτυξε το επιχείρημα ότι δεν προέκυψε αστική αντίσταση, επειδή οι κομμουνιστές δεν το επέτρεψαν, μέσω του εμφυλίου πολέμου στον οποίο επιδόθηκαν. Και στην απορία ότι πολύ εύκολα κώλωσαν τέτοιοι ένθερμοι «πατριώτες», προφανώς επιστρατεύθηκε και το μέσο να αποσιωπιοιθούν τα ιστορικά τεκμήρια για τις προσφορές του Γ.Σ του ΕΛΑΣ προς τους υπερπατριώτες με την υπαγωγή στο συμμαχικό στρατηγείο Μέσης Ανατολής, τη συγκρότηση του Κοινού Γενικού Στρατηγείου Ανταρτών, τον Ιούλιο του 1943, υπό βρετανικό έλεγχο, αλλά και με τη Συμφωνία στο Μυρόφυλλο-Πλάκα, τον Φεβρουάριο του 944, όταν ο ΕΛΑΣ, παρά τη στρατιωτική του υπεροχή, δέχτηκε την κατάπαυση των εχθροπραξιών, τη διατήρηση των ζωνών επιρροής και τη δέσμευση για κοινή δράση κατά των Γερμανών, ώστε να συνταχθούν και οι υπερπατριώτες αυτοί στον κοινό αγώνα.
Αλλά και πάλι, επειδή κανένας αστός πολιτικός δεν ανέλαβε αντιστασιακό ρόλο και δεν μπορούσε να προσωποποιηθεί η αστική αντίσταση, εκτός από δύο συνταγματάρχες, τον Ζέρβα, με χαλαρή (sic) φήμη και τον Δημήτριο Ψαρρό που και αυτός δυστυχώς ανήκε στον δημοκρατικό και αντιμοναρχικό (βενιζελικό) χώρο, χρειάστηκε να βρεθεί και ένας πολιτικός, ακραίος δεξιός, με επιτελική θέση στο κράτος για να αποκαταστήσει το κύρος του ελληνικού εθνικισμού. Έτσι, επιστρατεύθηκε ο Μεταξάς και με σύμβολο το «Όχι», που δεν ειπώθηκε ποτέ σαν τέτοιο, επιχειρήθηκε η αποκατάσταση του «κύρους» των Ελλήνων υπερπατριωτών.
Έτσι, ο δικτάτορας, ελλείψει κάποιου άλλου πιο σοβαρού πολιτικού (ο κακομοίρης ο Π. Κανελλόπουλος που επιδίωξε να ηγηθεί από τη Μέση Ανατολή της δεξιάς αντίστασης αντιμετωπίστηκε ως εξωμότης και φιλοκομμουνιστής, όπως καταγγέλθηκε στη βουλή του 1946 από τους ομοϊδεάτες του), έγινε μεταπολεμικά το σύμβολο του «αντιστεκόμενου εθνικού κόσμου». Πολύ σύντομα ξεκίνησε την περίοδο του εμφυλίου η κατασκευή του ατρόμητου ήρωα και ανυποχώρητου ηγέτη Μεταξά. Χιλιάδες εκδηλώσεις με αυτό το πνεύμα έλαβαν χώρα σε πολιτιστικούς συλλόγους, σε στρατόπεδα συγκέντρωσης του εμφυλίου και στα σχολεία της χώρας (και όχι μπροστά σε μνημεία γιατί δεν υπήρχαν αφού δεν υπήρχε τίποτα να υπομνηματίσουν για την «εθνική δράση» στην Κατοχή) ή μπροστά στις πλάκες και οδοδείκτες που αναθύμιζαν τα εγκλήματα των κομμουνιστών, αλλά και αυτά μεταπολεμικά, στο εμφύλιο.
Οι εκδηλώσεις αυτές στα σχολεία (και τις παιδουπόλεις) χρειάζονταν επιτακτικά τα σύμβολα τους, οπότε προτάθηκε το «΄Όχι» ως ο έμπρακτος ηρωισμός που επέδειξε ο Μεταξάς (νόμιμος εκπρόσωπος του ελληνικού κράτους). Και για να καταστεί αυτό πειστικό παρακάμφθηκε η απορία πως ένας θιασώτης του φασισμού, όπως ο Μεταξά, κατέστη ανειρήνευτος αντίπαλος του. Για να επιτευχθεί αυτό καταργήθηκαν οι ιστορικές πηγές και κυρίως αυτές που ήταν οι πιο αδιάψευστες, δηλαδή το ίδιο το ημερολόγιο του Μεταξά που αν το διαβάζαμε (γιατί και αυτό παραχαράχθηκε) θα μαθαίναμε ότι ο ίδιος ποτέ δεν έκρυψε ότι η αντίδραση του στο τελεσίγραφο του Γκράτσι με τη φράση «λοιπόν θα έχουμε πόλεμο» ήταν και η παραδοχή ότι δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς γιατί γνώριζε ότι σε άλλη περίπτωση προϊονιζόταν κοινωνική και στρατιωτική εξέγερση με αυτουργούς, ακόμα και μερικούς από τους πλέον υψηλόβαθμους αξιωματικούς του στρατού, ότι οι Βρετανοί θα βύθιζαν τον ελληνικό στόλο στα Δωδεκάνησα, όπως τον είχαν απειλήσει, και ότι η αστική τάξη της χώρας και κυρίως το εφοπλιστικό κεφάλαιο που είχε στενές σχέσεις με το βρετανικό μαζί με τον βασιλιά, που επέβαλε προπολεμικά τον Μεταξά, είχαν απορρίψει κάθε ενέργεια που θα έθιγε τα συμφέροντα της Γηραιάς Αλβιόνος.
Και προφανώς για να υπηρετηθεί η εικόνα του αδάμαστου πολιτικού έπρεπε να αποσιωπηθεί το πόσο δυσκόλεψε ο Μεταξάς τον αγώνα στο αλβανικό μέτωπο όταν με την με την πεποίθηση ότι η ουδετερότητα της Ελλάδας θα γινόταν σεβαστή από τους φίλους του φασίστες και Ναζί, καθυστέρησε την επιστράτευση και την πολεμική προετοιμασία του ελληνικού στρατού παρά τις εκκλήσεις του ελληνικού Γενικού Επιτελείου που έβλεπε τα ιταλικά στρατεύματα να πλησιάζουν την ελληνο-αλβανική μεθόριο. Για αυτό σημείωνε και στο ημερολόγιο του: « Παπάγος-Μελάς θέλουν επιστράτευσιν…Οργίζομαι πολύ δια απαιτήσεις επιστρατεύσεως…. Ευτυχώς σήμερα κατάστασις Ιταλική εμαλάκωσε και ησυχάσαμε κάπως…» (Ημερολόγιο Μεταξά, τομ. 4 Καταχώρηση 16 Μαίου 1940, σ. 469). Αλλά και το στρατιωτικό επιτελείο του Μεταξά, όπως ο επικεφαλής του Αλέξανδρος Παπάγος, ένας ακόμα επιτελικός αξιωματικός που διεύθυνε τον αγώνα από τα μετόπισθεν, υιοθετώντας πλήρως την τακτική της εθελοτυφλίας, έστελνε αναφορές στις 22 Αυγούστου 1940 για τις κινήσεις του ιταλικού στρατού στην Αλβανία που κατέληγαν σε διατυπώσεις του τύπου: «κατόπιν των ανωτέρω συμπεραίνεται ότι η Ιταλία λαμβάνει μέτρα επιθετικής διατάξεως (sic) πλησίον των συνόρων ημών, κυρίως μεν επί τη κατευθύνσεως Ηπείρου, δευτερευόντος δε επί της κατευθύνσεως Μακεδονίας».
Και αντί ο Μεταξάς να διατάξει γενική επιστράτευση και παρά τον τορπιλισμό της «Έλλης» στην Τήνο στις 15 Αυγούστου 1940, αρκέστηκε σε ένα απολογητικό μήνυμα προς τις κυβερνήσεις της Ιταλίας και της Γερμανίας που έγραφε: «Κατόπιν της συνεχίσεως των συγκεντρώσεων εις την ημετέραν προς Αλβανίαν μεθόριον ηναγκασθήκαμεν, εκ λόγων στοιχειώδους προνοίας, να καλέσωμεν κατηγορίας τινάς, και ουχί κλάσεις εφέδρων προς ενίσχυσιν της προκαλύψεως. Δεν πρόκειται περί επιστρατεύσεως, αλλά περί απλής ενισχύσεως των φρουρών των συνόρων μας». (Ημερολόγιο Μεταξά, τομ. 4, 23 Αυγούστου 1940, σ. 469)
Στην πραγματικότητα ο Μεταξάς έκανε την πρώτη σοβαρή, έστω και περιορισμένη κίνηση, για επιστράτευση μόνο στις 28 Σεπτεμβρίου 1940, μόλις ένα μήνα πριν την τυπική έκρηξη του πολέμου, με τη μεταφορά της 8ης ελληνικής Μεραρχίας στα σύνορα της Ηπείρου. Ακόμα και τότε, όπως, αφελώς (
αναρωτιέται αν έπρεπε ή όχι να διατάξει γενική επιστράτευση (Ημερολόγιο Μεταξά, τομ. 4, Καταχώρηση 27-28 Σεπτεμβρίου 1940 σ. 507).[1] Είναι χαρακτηριστικό ότι ακριβώς επειδή η επιστράτευση διατάχθηκε την τελευταία στιγμή, ο ίδιος ο Μεταξάς, για να προλάβει αντιδράσεις κάλεσε τους Έλληνες δημοσιογράφους και απολογούμενος ισχυρίστηκε ότι: «δεν έπρεπε να φαντάζονται ότι η απόφασις του «ΌΧΙ» πάρθηκε σε μια στιγμή και ότι εμπήκαμεν στον πόλεμο αιφνιδιαστικά». (Ημερολόγιο Μεταξά, τομ. 4, Ανακοινώσεις του πρωθυπουργού Ι. Μεταξά προς τους ιδιοκτήτας και Αρχισυντάκτας του αθηναϊκού τύπου εις το Γενικόν Στρατηγείον την 30 Οκτωβρίου 1940, σ. 521)
Η ατολμία και η επιμονή του Μεταξά έναντι του προφανούς οφειλόταν και στην ψευδαίσθηση του ότι οι Γερμανοί, την τελευταία στιγμή, θα μεσολαβήσουν ώστε να πείσουν τους Ιταλούς να μην επιτεθούν στην Ελλάδα. Υποτίθεται ότι με βάση πληροφορίες που του έστελνε ο Έλληνας πρεσβευτής στη Ρώμη Ιωάννης Πολίτης: «…Η Γερμανία έχει μεν αναγνωρίσει την Μεσόγειον ως τομέα της ιταλικής δράσεως, τούτο όπερ εξυπακούσει το δικαίωμα πρωτοβουλίας της Ιταλίας, επειδή όμως λόγω της πιθανής αναμείξεως της Βουλγαρίας και της Τουρκίας, ενδεχόμενη ελληνο-ιταλική ρήξις θα είχε αντίκτυπον επί της γενικότερας πολεμικής πολιτικής του Άξονος, η υπόθεσις επί του σημείου αυτού παύει ούσα μεσογειακήν εφ ώ αξίωσεν η Γερμανία την αποφυγήν παντός ό,τι θα απετέλει έναυσμα εις την περιοχήν ταύτην.» (Ημερολόγιο Μεταξά, τομ. 4, Καταχώρηση 20 Αυγούστου 1940, σ. 498).
Ο Έλληνας δικτάτορας, εκτός των άλλων, ενέτεινε την σύγχυση, δίνοντας βάρος σε εκδηλώσεις των Γερμανών που εκθείαζαν τον ίδιο και την πολιτική του ως πιστή στα ιδεώδη του εθνικοσοσιαλισμού και θεωρούσε ως πραγματικές τις υποτιθέμενες διενέξεις για το θέμα της Ελλάδας μεταξύ Ιταλών και Γερμανών που ποτέ στην πραγματικότητα δεν υπήρξαν (Ημερολόγιο Μεταξά, τομ. 4, Καταχώρηση 22 Σεπτεμβρίου 1940, σ. 506). Και έτσι αντί να απευθυνθεί για την συνδρομή της στη διεθνή κοινότητα ο Αμερικανός πρέσβης στην Ελλάδα σημείωνε: «Με έχουν ιδιωτικά πληροφορήσει εξαιρετικά αξιόπιστες κυβερνητικές πηγές ότι ο Έλληνας πρεσβευτής στο Βερολίνο είχε λάβει εντολές από την ελληνική κυβέρνηση να ζητήσει μεσολάβηση των Γερμανών….. η ελληνική κυβέρνηση είχε αποσπάσει δεσμεύσεις από τη γερμανική κυβέρνηση που ήταν δύσκολο η τελευταία να αγνοήσει». Ο ίδιος, άλλωστε, ο Μεταξάς είχε δηλώσει στους Αμερικανούς με τον πλέον επίσημο τρόπο 2 μήνες πριν ξεσπάσει ο πόλεμος ότι οι Γερμανοί θα εξαντλούσαν κάθε προσπάθεια για να πείσουν του Ιταλούς και ότι δεν πίστευε ότι τελικά αυτοί θα εξαπέλυαν επίθεση στην Ελλάδα (Διπλωματικά Έγγραφα των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα, 26 και 28 Αυγούστου 1940. )
Ακόμα και λίγες μέρες πριν την ιταλική επίθεση ο Μεταξάς παραδέχθηκε στους δημοσιογράφους ότι μετά τον τορπιλισμό της «Έλλης»: «διέταξα να βολιδοσκοπηθή καταλλήλως το Βερολίνο. Μου διεμηνύθη εκ μέρους του Χίτλερ η σύστασις να αποφύγω οιανδήποτε μέτρον δυνάμενον να θεωρηθή από την Ιταλίας πρόκλησις.» (Ημερολόγιο Μεταξά, τομ. 4, Ανακοινώσεις του πρωθυπουργού Ι. Μεταξά προς τους ιδιοκτήτας και Αρχισυντάκτας του αθηναϊκού τύπου εις το Γενικόν Στρατηγείον την 30 Οκτωβρίου 1940, σ. 522). Μάλιστα, 6 μέρες πριν την υποβολή του Ιταλικού τελεσιγράφου ο υφυπουργός των Εξωτερικών του καθεστώτος Μαυρούδης διαβεβαίωνε τους Αμερικανούς: «αν και η συγκέντρωση ιταλικών στρατευμάτων στην Αλβανία συνιστά μια πιθανή απειλή, επισήμως οι σχέσεις μεταξύ της Ελλάδας και των δυνάμεων του Άξονα είναι πιο ομαλές αυτή τη στιγμή παρά στο παρελθόν…και ότι αν η Ιταλία ήθελε να επιτεθεί στην Ελλάδα θα το είχε κάνει τον προηγούμενο Αύγουστο και όχι τώρα», (Διπλωματικά Έγγραφα των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα, 22 Οκτωβρίου 1940, μετάφραση Μιχάλης Λυμπεράτος)
Αλλά και ο ελληνικός στρατός έπασχε από ελλείψεις σε εξοπλισμό και πολεμικά μέσα, αφού επειδή ο Μεταξάς φοβόταν ότι η μεγάλη διασπορά όπλων θα όπλιζε τους πολιτικούς αντιπάλους και τους αντιτιθέμενους αξιωματικούς έναντι της δικτατορίας του, δεν εξόπλισε επαρκώς τον ελληνικό στρατό, με αποτέλεσμα να παρατηρηθεί έλλειψη πυρομαχικών και σε ορισμένες περιπτώσεις δύο φαντάροι να πολεμούν με το ίδιο όπλο. Να σημειωθεί ότι ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου και υπεύθυνος της άμυνας της χώρας και των επιχειρήσεων στο αλβανικό μέτωπο στρατηγός Αλέξανδρος Παπάγος είχε προειδοποιήσει τον Μεταξά από τις 2 Απριλίου 1940 ότι απαιτούνταν αμέσως να παραδοθεί το πολεμικό υλικό που έπρεπε να προμηθευτεί από τους συμμάχους της η χώρα, αλλιώς δεν θα μπορούσε να αμυνθεί έναντι ενδεχόμενης επίθεσης (Α. Παπάγος, Ο ελληνικός στρατός και η προς πόλεμον παρασκευή του, Αθήνα, σ. 406-418). Όμως ο Μεταξάς του απάντησε ότι έδωσε αρκετά για τους εξοπλισμούς και η χώρα υποτίθεται ότι δεν διέθετε χρήμα (παρότι για τις δημόσιες τελετές του καθεστώτος διασπαθίζονταν εκατομμύρια). Γράφει, μάλιστα, ο ίδιος στο ημερολόγιο του για την έκθεση του ανώτερου αξιωματικού του: «Η έκθεση του Παπάγου είναι κατασκεύασμα φόβου ευθυνών και φυγής ευθυνών. Λησμονεί τα λάθη του το Επιτελείον και μας φορτώνει όλα τα οικονομικά του παραστρατήματα. Αλλά χρειάζεται ψυχραιμία και θα το περάσουμε» (Ημερολόγιο Μεταξά, τομ. 4 Καταχώρηση 27 Απριλίου 1940, σ. 464). Στις 13 Μαϊου 1940 ο δικτάτορας επιμένει: «Αναγκάστηκα να μιλήσω αυστηρά γλώσσα δια την βροχήν των υπομνημάτων των Επιτελείων και να εκθέσω την οικονομικήν κατάσταση». (Ημερολόγιο Μεταξά, τομ. 4 Καταχώρηση 13 Μαίου 1940, σ. 468.)
Στην πραγματικότητα, η ελληνική κυβέρνηση, που δεν φρόντισε να προετοιμαστεί κατάλληλα για τον επικείμενο πόλεμο, στηρίχθηκε μόνο στις προετοιμασίες που είχαν γίνει για μια ενδεχόμενη βουλγαρική επίθεση (η «γραμμή Μεταξά»), μόνο την τελευταία στιγμή ειδοποίησε το Βρετανό πρέσβη C,Μ. Palairet ότι είχε επείγουσα ανάγκη από κάθε είδους καύσιμα. Γιατί τα αποθέματα κάρβουνου δεν επαρκούσαν παρά για 15 μέρες και του πετρελαίου για ένα μήνα. (Βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών, Διπλωματικά Έγραφα, 28 Οκτωβρίου 1940). Στις 26 Δεκεμβρίου 1940 στο αποκορύφωμα της προσπάθειας απόκρουσης των Ιταλών ο ίδιος ο Μεταξάς έγραφε στο Ημερολόγιο του: «Δεν μπορώ να ησυχάσω από τρία πράγματα. Ελλείψεις πυρομαχικών μεγάλαι και αν θα εύρωμεν, έχομεν μόνο για 3-4 μήνες. Δυσχέρειαι εφοδιασμού. Απώλεια κτηνών-κρυοπαγήματα-έλλειψις φορτηγών» (Ημερολόγιο Μεταξά, τομ. 4, Καταχώρηση 26 Δεκεμβρίου 1940, σ. 498).
Το μεγαλύτερο θύμα αυτής της ολιγωρίας Μεταξά ήταν η Κρήτη που όταν της επιτέθηκαν οι Γερμανοί, τον Μάιο του 1941, οι Κρητικοί, χωρίς καθόλου οπλισμό στο νησί που είχε συστηματικά αφαιρεθεί από το μεταξικό καθεστώς, πολέμησαν τους πάνοπλους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές με δικράνια και μαχαίρια. Αυτή ακριβώς η λαϊκή αποφασιστικότητα που επέδειξαν και οι Κρητικοί στη Μάχη της Κρήτης επέβαλε στο Μεταξά, όταν υπέβαλαν οι Ιταλοί το τελεσίγραφο τους, να συρθεί πίσω από την απαίτηση του «Όχι». Αλλιώς γνώριζε ότι, αν δεν έλεγε «Όχι», ο ελληνικός λαός θα στρεφόταν εναντίον του. Ο ίδιος γράφει στο Ημερολόγιο του για αυτή τη σιωπηρή πίεση που τον ώθησε να πει το «όχι» στο ιταλικό τελεσίγραφο που ζητούσε να παραδοθεί η χώρα: «δεν δύναμαι να μην παραδεχθώ ότι εις μιαν τοιαύτην περίπτωσιν το δίκαιον δεν θα ευρίσκετο με το μέρος της κυβερνήσεως των Αθηνών, και να μην αναγνωρίσω, ότι ένας λαός δικαίως θα ετάσσετο εναντίον της κυβερνήσεως, η οποία δια να τον προφυλάξη από τον πόλεμον θα τον κατεδίκαζεν εις εθελούσιαν υποδούλωσιν μετ΄εθνικού ακρωτηριασμού». Και σημειώνει: «Αν δεν έλεγα «Όχι», θα δημιουργούνταν τρεις Ελλάδες….Πρώτον η «επίσημως των Αθηνών παραδιδούσα εις δουλείας πληθυσμούς αμιγώς ελληνικούς. Δεύτερα θα ήτο η πραγματική Ελλάς. Δηλαδή η παμψηφία της κοινής γνώμης του Έθνους, το οποίον ποτέ δεν θα απεδέχετο την εκούσιαν του υποδούλωσιν……..Τρίτη, θα προέκυπτε μια ακόμη Ελλάς, η Ελλάς την οποίαςν δεν θα παρέλειπαν να δημιουργήσουν οι δημοκρατικοί Έλληνες υπό την κάλυψιν του βρετανικού στόλου» (Ημερολόγιο Μεταξά, τομ. 4, Ανακοινώσεις του πρωθυπουργού Ι. Μεταξά προς τους ιδιοκτήτας και Αρχισυντάκτας του αθηναϊκού τύπου εις το Γενικόν Στρατηγείον την 30 Οκτωβρίου 1940, σ. 523)
Αλλά και ο λόγος που ο Μεταξάς δεν υποχώρησε έναντι του Μουσολίνι ήταν για να μην δυσαρεστήσει τους Βρετανούς, που τον είχαν στηρίξει ως δικτάτορα και είχαν υπογράψει μαζί του στα 1937 σημαντικές οικονομικές συμφωνίες. Ειδικά ο Βρετανός πρέσβης στην Αθήνα S. Waterlow είχε γράψει στο Φόρειν Όφις για τα φιλικά αισθήματα που όφειλε η κυβέρνηση του στο καθεστώς Μεταξά: «Δεν βλέπω πώς μπορεί κανείς να θρηνήσει για την παρούσα έλλειψη δημοκρατίας στην Ελλάδα. Το καθεστώς κατήργησε μια δημοκρατία που στην Ελλάδα ήταν μια φάρσα» (Αρχεία βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών 1939). Άλλωστε από την πρώτη στιγμή ήταν οι βρετανικές απαιτήσεις εκείνες που καθόρισαν τη στάση του Μεταξά, ο οποίος είχε αναγνωρίσει την πρωτοκαθεδρία των Βρετανών στην περιοχή, αν και αντιπαθούσε το κοινοβουλευτικό καθεστώς της Βρετανίας. Μάλιστα οι Βρετανοί για να εξαναγκάσουν το Μεταξά να ακολουθήσει τις επιλογές τους και να αρνηθεί στις απαιτήσεις των Ιταλών είχαν από τον Απρίλιο του 1940 συγκεντρώσει στο νότιο Αιγαίο το στόλο τους. Στο Τετράδιο Σκέψεων του έγραψε ο Μεταξάς για αυτό και τις επιλογές που αισθανόταν ότι πραγματικά είχε σημείωνε: «Είναι φυσικό Κράτη παραθαλάσσια σαν εμάς να είμεθα φιλικά με τους Άγγλους και κράτη μεσόγεια σαν τη Βουλγαρία με τους Γερμανούς. Η διαφορά των πολιτευμάτων δεν παίζει ρόλο, γιατί και το Αγγλικό, το δρόμο μας θα ακολουθήσει (δηλαδή θα γίνει και η Αγγλία κράτος φασιστικό). Και η Ιταλία στο βάθος τη φιλία της Αγγλίας ζητά». (Ημερολόγιο Μεταξά, τομ. 4, Τετράδιο Σκέψεων, 6 Μαΐου 1940, σ. 467.)
Όπως ο ίδιος ο Μεταξάς εξήγησε στους δημοσιογράφους την επαύριον της Ιταλικής επίθεσης τι θα συνέβαινε στην περίπτωση που υποχωρούσε σε σχέση με τους Βρετανούς: «Οι Άγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδος. Και με το δίκαιον των. Κυρίαρχοι πάντοτε της θαλάσσης δεν θα παρέλειπαν, υπερασπίζοντες πλέον των εαυτών των έπειτα από μιαν τοιαύτην αυτοδούλωσιν της Ελλάδος εις τους εχθρούς των, να καταλάβουν την Κρήτη και άλλας νήσους μας τουλάχιστον. Το συμπέρασμα αυτό δεν προέκυπτε μόνον από την πλέον απλήν λογικήν, αλλά από ασφαλείς και βεβαίας πληροφορίας εξ Αιγύπτου, καθ` άς είχεν ήδη προμελετηθή και αντιμετωπισθή η ενέργεια που έπρεπε να γίνη, ως φυσικό επακόλουθον πάσης τυχόν εκουσίας ή ακουσίας συνεργασίας της Ελλάδος με τον Άξονα» (Ημερολόγιο Μεταξά, τομ. 4, Ανακοινώσεις του πρωθυπουργού Ι. Μεταξά προς τους ιδιοκτήτας και Αρχισυντάκτας του αθηναϊκού τύπου εις το Γενικόν Στρατηγείον την 30 Οκτωβρίου 1940, σ. 523)
Ωστόσο, πέραν αυτών, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Μεταξάς μπορεί να απέκρουσε τις αξιώσεις των Ιταλών, αλλά δεν ξέρουμε τι θα συνέβαινε όταν στον πόλεμο μπήκαν οι Γερμανοί. Πάντως το άγχος αυτό το είχαν κυρίως οι Βρετανοί. Γιατί ήξεραν ότι ο μεγάλος αυτός ηγέτης του έθνους ήταν ακραία Γερμανόφιλος και κάποτε δεν δίστασε να ξεφτιλίσει τον ελληνικό στρατό, του οποίου ήταν επικεφαλής για να εξυπηρετήσει τα γερμανικά συμφέροντα. Πράγματι, πριν 25 χρόνια, τον Αύγουστο του 1916, κατά την διάρκεια του Ά Παγκοσμίου Πολέμου, τρεις Ελληνικές Μεραρχίες (η 5η της Δράμας, η 6η των Σερρών και η 7η της Καβάλας), με συνολική δύναμη περίπου 7.000 ανδρών (αξιωματικών και στρατιωτών παραδόθηκαν στους Γερμανούς χωρίς ντουφεκιά και μεταφέρθηκαν ως αιχμάλωτοι στο Görlitz της Σιλεσίας, στα σύνορα Γερμανίας και Πολωνίας, όπου παρέμειναν έως τις αρχές του 1919 ως αιχμάλωτοι. Η έλλειψη τροφίμων στη Γερμανία λόγω του συμμαχικού αποκλεισμού και το βαρύ κλίμα της περιοχής οδήγησαν στον θάνατο περίπου 400 Ελλήνων στρατιωτών, κυρίως από φυματίωση και την ισπανική γρίπη.
Ήταν η εποχή που ο βασιλιά Κωνσταντίνος προσπαθούσε να επιβάλει την πολιτική του ουδετερότητας και η κυβέρνηση Σκολούδη παρέδωσε την άνοιξη του 1916 το οχυρό Ρούπελ στις γερμανο-βουλγαρικές δυνάμεις. Λίγο αργότερα, χωρίς επί του αντιθέτου οδηγίες, οι Βούλγαροι εισέβαλαν στην Καβάλα χωρίς αντίσταση. Το Δ΄ Σώμα Στρατού, με έδρα την Καβάλα, βρέθηκε αποκομμένο και περικυκλωμένο και με ρητές διαταγές να μην σηκώσει τα όπλα του κατά των εισβολέων. Και προκειμένου να μην ολοκληρωθεί η ξεφτίλα και ο ελληνικός στρατός αύτανδρος να παραδοθεί στους Βούλγαρους, ο διοικητής του (συνταγματάρχης Ιωάννης Χατζόπουλος) ήρθε σε συνεννόηση με τις γερμανικές αρχές και πρόσφερε την παράδοση στους Γερμανούς του Σώματος.
Το ενδιαφέρον είναι ότι ο μετέπειτα ήρωας του «Όχι» Ιωάννης Μεταξάς ήταν τότε υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, στενός σύμβουλος του βασιλιά Κωνσταντίνου και ο κύριος δημιουργός της στρατηγικής που επέβαλλε να παραδοθεί το οχυρό Ρούπελ στους Γερμναο-βούλγαρους αλλά και το Δ΄ Σώμα Στρατού να μην προβάλει καμία αντίσταση στις γερμανοβουλγαρικές δυνάμεις που εισέβαλαν στη Μακεδονία. Και παρότι στην διαταγή παράδοσης του 4ου Σώματος Στρατού δεν υπάρχει τυπικά η υπογραφή του Μεταξά, ήταν εκείνος που υπέβαλε τις διαταγές στον συνταγματάρχη Χατζόπουλο για την παράδοση στους Βούλγαρους. Απλά ο Χατζόπουλος για να αποφύγει τον πλήρη εξευτελισμό (η εντολή του Μεταξά ήταν «Να αποφευχθεί πάση θυσία η σύγκρουση, να εγκαταλειφθεί η πόλη και το Σώμα Στρατού να μετακινηθεί προς τη Δράμα ή τις Σέρρες» περιοχές που ήδη ήλεγχαν οι Βούλγαροι), συνεννοήθηκε να παραδοθεί μόνο στους Γερμανούς. Να σημειωθεί ότι όταν ο Χατζόπουλος και οι στρατηγοί του έβλεπαν τους Βουλγάρους να καταλαμβάνουν τη μία μακεδονική πόλη μετά την άλλη και ζητούσαν επίμονα άδεια να αμυνθούν ή να κηρύξουν τοπική επιστράτευση, το Επιτελείο με επικεφαλής τον Μεταξά τους το απαγόρευσε ρητά. Ο ίδιος ο Μεταξάς είχε μυστικά διαβεβαιώσει τους Γερμανούς ότι θα παραδινόταν ο ελληνικός στρατός, όπως καταγράφηκε στο Ημερολόγιο του που αρχικά κυκλοφόρησε και μετά εξαφανίστηκε (Τόμο Β΄ (1910–1920) της κλασικής έκδοσης του Ημερολογίου του και Μεταξάς: «Η Ιστορία του Εθνικού Διχασμού και τα αίτια της Μικρασιατικής Καταστροφής»).
Και ενώ με τη λήξη του πολέμου το 1919 οι στρατιώτες επέστρεψαν τμηματικά στην Ελλάδα και πολλοί από τους αξιωματικούς πέρασαν από στρατοδικεία από την κυβέρνηση Βενιζέλου με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας για την παράδοση του Σώματος και απειλήθηκε η εκτέλεση τους, ο Μεταξάς βοηθήθηκε από τους Συμμάχους και διέφυγε. Αν και εκτοπίστηκε στην Κορσική, «κατάφερε» να δραπετεύσει και να καταφύγει στην Ιταλία, όπου παρέμεινε προστατευμένος και μακριά από την ελληνική δικαιοσύνη κατά τα κρίσιμα χρόνια που διεξάγονταν οι ανακρίσεις και οι δίκες στην Αθήνα για την προδοσία του Görlitz. Το 1920 διεξήχθη στην Αθήνα η περίφημη «Δίκη του Γενικού Επιτελείου» και το δικαστήριο έκρινε ένοχους τους πρωτεργάτες, ο Μεταξάς που βρισκόταν στο εξωτερικό, καταδικάστηκε μόνο ερήμην σε θάνατο για εσχάτη προδοσία. Όμως, η ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές τον Νοέμβριο του 1920 επέτρεψε στον Μεταξά να αμνηστευθεί και να γυρίσει στην Ελλάδα, όπου για μια ακόμη φορά πρόδωσε, όταν αρνήθηκε στην κυβέρνηση Γούναρη να προσφέρει υπηρεσίες στον σχεδιασμό της μικρασιατικής εκστρατείας.
Αυτά ήξεραν οι Βρετανοί και τον Ιανουάριο του 1941. Για αυτό και ο θάνατος του Μεταξά γέννησε τόσες απορίες, όταν πέθανε απότομα στις 29 Ιανουαρίου 1941, μόλις 94 ημέρες μετά το «Όχι». Αν και υπάρχουν αποδείξεις ότι ο θάνατος οφειλόταν σε μια φλεγμονή στον φάρυγγα (παραμυγδαλικό απόστημα), που προκάλεσε τοξιναιμία και εσωτερική αιμορραγία, δεν ήταν εύκολο να πειστούν οι συγκαιρινοί του και αρκετοί ιστορικοί ότι δεν «εκκαθαρίστηκε» αφού ο θάνατος επήλθε όταν απέρριψε την βρετανική πρόταση να σταλούν βρετανικές δυνάμεις στην Ελλάδα (γιατί δεν τις θεωρούσε αρκετές) για να την βοηθήσουν σε μια επικείμενη γερμανική επίθεση και βρετανός στρατιωτικός γιατρός ήταν εκείνος που ανέλαβε την θεραπεία του στο σπίτι του στην Κηφισιά, όταν εκδηλώθηκε η ασθένεια του, ενώ δεν διενεργήθηκε ποτέ νεκροψία για να επιβεβαιωθούν τα αίτια του θανάτου.
Και πάντως πέραν όλων αυτών, για την πολιτική διαπαιδαγώγηση των μαθητών στο «εθνικό» σχήμα του ήρωα Μεταξά (παρότι ήταν κατεξακολούθηση προδότης) είναι απαραίτητο να μην μάθουμε ότι τη νίκη του ελληνικού στρατού στην Αλβανία την επέβαλε ο πατριωτισμός και ο αντιφασισμός του Έλληνα φαντάρου που νίκησε στο μέτωπο τόσο τους Ιταλούς, όσο και το ίδιο το φασιστικό καθεστώς του Μεταξά και δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την μετέπειτα Εθνική Αντίσταση. Όπως το έγραψε ο Γ. Σεφέρης ο Μεταξάς «δεν κατάλαβε ότι την ημέρα που είπε το «Όχι» στους Ιταλούς, δεν επικύρωνε αλλά καταργούσε την 4η Αυγούστου» (Γ. Σεφέρης, Χειρόγραφο, Σεπτέμβριος του 1941, Αθήνα 1972).
[1] Να τολμήσουμε μια ιστορική παρέκβαση, συγκρίνοντας αυτό με τα γεγονότα της εισβολής των Τούρκων στην Κύπρο στα 1974, όταν το ελληνικό χουντικό Στρατιωτικό Επιτελείο δεν τόλμησε να κηρύξει πόλεμο κατά της Τουρκίας και προέβη σε μια μερική επιστράτευση που αναδείχθηκε σε κωμωδία, η οποία αποχαλίνωσε τους Τούρκους και προέβησαν στον δεύτερο «Αττίλα», τον Αύγουστο του 1974. Όπως και ο Μεταξάς που περίμενε να ηγεμονεύσει η φιλοφασιστική αλληλεγγύη στα 1940 και να μην δεχθεί την ιταλική επίθεση η Ελλάδα, έτσι και στα 1974 κάποιοι περίμεναν να κυριαρχήσει το νατοϊκό συμφέρον και οι Αμερικανοί να σταματήσουν την εισβολή στην Κύπρο.